Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Αγίες Κυριαίνα και Ιουλιανή (01 Νοεμβρίου)



Βιογραφία
Οι Αγίες Κυριαίνα και Ιουλιανή είχαν αφοσιωθεί σε έργα φιλάνθρωπα και χριστιανικής φιλαδελφίας. Έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (298 μ.Χ.).

Η Κυριαίνα είχε πατρίδα την Ταρσό της Κιλικίας και η Ιουλιανή την πόλη Ρώσο επίσης της Κιλικίας. Οι δραστηριότητες των δύο αγίων γυναικών, ήταν να φροντίζουν ορφανά, να παρηγορούν φτωχές χήρες και να παρέχουν αφιλοκερδώς τις περιποιήσεις τους στους αρρώστους. Ήξεραν λίγα γράμματα, αλλά είχαν πολύ ζήλο και έβρισκαν πάντοτε τρόπο να στηρίζουν την πίστη των δοκιμαζόμενων από τη φτώχεια, ή από την αδικία, ή από κάποιο άλλο βιοτικό άνεμο. Πολλές φορές μάλιστα είχαν μπορέσει να φέρουν στο φως του Χριστού, ψυχές ειδωλολατρισσών, που ψάρευαν με το δίχτυ της Ευαγγελικής υπομονής και αγαθότητας. Συνελήφθησαν από τον ηγεμόνα Μαρκιανό και βασανίστηκαν σκληρά, χωρίς να παρατήσουν το θησαυρό της πίστης τους. Και πέθαναν αφού τις έριξαν μέσα στη φωτιά και υπέστησαν τον τρομερό αυτό θάνατο με θαυμαστή καρτερία και αυταπάρνηση.

Αγία Ελένη η Παρθενομάρτυς από τη Σινώπη (01 Νοεμβρίου)



Βιογραφία
Η Αγία Ελένη μαρτύρησε τον 18ο αιώνα μ.Χ. Καταγόταν από την ωραία πόλη του Πόντου Σινώπη και ήταν κόρη της ευσεβούς οικογενείας Μπεκιάρη. Ήταν 15 ετών ωραιότατη στο σώμα, η δε αγνότητα της έδινε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπο της. Διακρινόταν για την υπακοή στους γονείς της και τον θερμό έρωτα της ψυχής της προς τον νυμφίο Χριστό. Στην ανατροφή της επέδρασε ιδιαίτερα ο θείος της, αδελφός του πατέρα της, ο οποίος δίδασκε τότε σε Ελληνικό κρυφό Σχολεόο της Σινώπης.

Μια μέρα λοιπόν, η μητέρα της την έστειλε ν' αγοράσει νήματα για το κέντημα, από το κατάστημα του Κρύωνα. Στο δρόμο υπήρχε το σπίτι του Ουκούζογλου πασά, διοικητού της Σινώπης. Την ώρα που περνούσε η Ελένη, ο πασάς την είδε απ' το παράθυρο. Η ωραιότητα της τράβηξε την ακόλαστη ψυχή του και σκέφθηκε να τη μολύνει. Διέταξε τότε και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν, προσπάθησε πολλές φορές να τη βιάσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Διότι ένα αόρατο τείχος προστάτευε την Ελένη, που συνεχώς προσευχόταν.

Ο πασάς, αντί να δει το θαύμα, σκλήρυνε περισσότερο η ψυχή του και επειδή δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τον σκοπό του, τη βασάνισε σκληρά και τελικά την αποκεφάλισε. Το Ιερό της λείψανο το έβαλαν σε ένα σάκο και το έριξαν στη θάλασσα,. Αντί όμως να βυθιστεί, το λείψανο της Αγίας επέλπλεε και ένα ουράνιο φως το φώτιζε. Το σεπτό Λείψανο συνέχισε να επιπλέει, ώσπου έφτασε στην τοποθεσία Γάει, όπου λόγω του μεγάλου βάθους της θάλασσας τα νερά είναι μαύρα. Εκεί πλέον βυθίστηκε.

Μετά από αρκετές ημέρες, ένα ελληνικό πλοίο αγκυροβόλησε στην τοποθεσία Γάει. Ένα βράδυ, ο φύλακας του πλοίου παρατήρησε ότι από το πυθμένα της θάλασσας έβγαινε ένα φως και νόμισε ότι εκεί θα υπήρχε ένα μεγάλος θυσαυρός από χρυσό. Αμέσως ειδοποίησε τον καπετάνιο και δύτες ανείλκυσαν το σάκκο που όμως αντί χρυσού υπήρχε το τίμιο λείψανο της Αγίας. Ο καπετάνιος του πλοίου μετέφερε κρυφά την τιμία Κάρα της Αγίας στον ιερό Ναό της Παναγίας στην Σινώπη, το δε σεπτό σκήνωμα της το έβαλε σε ένα άλλο πλοίο, το οποίο έφευγε με Έλληνες για την Ρωσία. Στο σημείο της θάλασσας που βυθίστηκε το Ιερό Λείψανο, άρχισε να βγαίνει γλυκό νερό και από τότε η περιοχή αυτή ονομάστηκε «Αγιάσματα».

Διά της τιμίας Κάρας της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης γίνονταν πολλά θαύματα στην Σινώπη. Ιδιαίτερα, όσοι υπέφεραν από πονοκεφάλους, καλούσαν τον Ιερέα, ο οποίος έφερνε την αγία Κάρα, έψαλλε την Παράκληση, έκαμνε Αγιασμό και θεραπεύονταν ο πόνος.

Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών πριν από το 1924 μ.Χ., ο τότε πρόεδρος της Σινώπης Χρήστος Καφαρόπουλος, έφερε την Κάρα της Αγίας Ελένης στον Ιερό Ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης, όπου φυλάσσεται σήμερα ευωδιάζουσα και θαυματουργούσα.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς ἁγνείας τὸ ἄνθος τὸ εὐωδέστατον, καὶ Σινώπης τὸ κλέος καὶ θεῖον βλάστημα, Παρθενομάρτυς τοῦ Χριστοῦ ῾Ελένη πάνσεμνε, ἡ ἀθλήσασα στερρῶς, καὶ καθελοῦσα τὸν ἐχθρόν, τῆς πίστεως τῇ δυνάμει, διὰ παντὸς ἐκδυσώπει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Ως παρθένος ἄμωμος ἐν τῇ δυνάμει, τοῦ Χριστοῦ κατέβαλες, τὸν πολυμήχανον ἐχθρόν, καὶ μαρτυρίῳ κεκόσμησαι, Παρθενομάρτυς ῾Ελένη πανεύφημε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Σινώπης ἄνθος τερπνόν, καὶ τῆς παρθενίας, τὸ ἀλάβαστρον τὸ σεπτόν· χαίροις τῶν Μαρτύρων, ἰσότιμος ῾Ελένη, οἷα Παρθενομάρτυς, Χριστοῦ ἀήττητος.

Όσιος Δαβίδ που ασκήτευε στην Εύβοια (01 Νοεμβρίου)


Ιερά Λείψανα: Η Κάρα του Αγίου βρίσκεται στην ομώνυμη Μονή Ροβιών Εὐβοίας.


Βιογραφία
Ο Όσιος Δαβίδ καταγόταν από το χωριό Γαρδινίτζα, που βρισκόταν κοντά στο Ταλάντιο, τόπος παραθαλάσσιος απέναντι από την Εύβοια. Έζησε όταν Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης ήταν ο Ιερεμίας, περί το 1519 μ.Χ. Τον πατέρα του έλεγαν Χριστόδουλο και ήταν ιερέας, τη δε μητέρα του Θεοδώρα. Ο όσιος Δαβίδ είχε άλλον έναν αδελφό και δύο αδελφές. Από μικρός ο Όσιος έδειξε εξαίσια μορφή και έμαθε άριστα τα Ιερά γράμματα. Σε ηλικία 15 ετών υποτάχθηκε σ' έναν άγιο γέροντα, τον Ακάκιο, που τον εκπαίδευσε στις αρετές της μοναχικής πολιτείας και από τότε ο όσιος Δαβίδ κάνει μια φοβερή, σύμφωνα με τον βιογράφο του, πνευματική πορεία, διδάσκοντας την έμπρακτη αρετή και κάνοντας διάφορα θαύματα. Προείδε τον θάνατο του και απεβίωσε ειρηνικά και με μεγάλη αγιότητα την 1η Νοεμβρίου.

Βιογραφία του συνέγραψε ο μαθητής του Χριστόφορος μοναχός και Ακολουθία του ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος από την Αθήνα. Μονή του Όσιου Δαβίδ υπάρχει στην Εύβοια.

Ἀπολυτίκιον  
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Μέγαν εύρατο, Εύβοια κλέος, τον πανένδοξον, Δαβίδ τον θείον, ως ιεράς αρετής καταγώγιον, και του Χρίστου οπαδόν αληθέστατον, και των Όσίων απάντων εφάμιλλον. Διό Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθε ημίν το μέγα έλεος.

Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι Ανάργυροι και θαυματουργοί (01 Νοεμβρίου)

Ιερά Λείψανα: Αποτμήματα των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Κοσμά βρίσκονται στις Μονές Διονυσίου και Παντοκράτορος Αγίου Όρους.

Αποτμήματα των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Δαμιανού βρίσκονται στις Μονές Διονυσίου και Παντοκράτορος Αγίου Όρους και στον ομώνυμο Ρωμαιοκαθολικό Ναό Ρώμης.

Βιογραφία
Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός κατάγονταν από την Ασία. Οι γονείς τους ήταν άριστο πρότυπο χριστιανών συζύγων.

Όταν η μητέρα τους Θεοδότη (βλέπε 2 Ιανουαρίου) έμεινε χήρα, αφιέρωσε κάθε προσπάθεια της στη χριστιανική ανατροφή των δυο παιδιών της, Κοσμά και Δαμιανού. Τους δύο αδελφούς διέκρινε μεγάλη ευφυΐα και επιμέλεια, γι' αυτό και σπούδασαν πολλές επιστήμες. Ιδιαίτερα όμως, επιδόθηκαν στην ιατρική επιστήμη, την οποία εξασκούσαν σαν διακονία φιλανθρωπίας προς τον πλησίον. Θεράπευαν τις ασθένειες των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των φτωχών, χωρίς να παίρνουν χρήματα, γι' αυτό και ονομάστηκαν Ανάργυροι. Πολλοί ασθενείς που θεραπεύθηκαν ήθελαν να τους ευχαριστήσουν. Αλλά αυτοί, δε δέχονταν τις ευχαριστίες και απαντούσαν με τον ορθό λόγο της Αγίας Γραφής: «Ἡ εὐλογία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Αποκάλυψη Ιωάννου, ζ' 12). Δηλαδή, όλος ο ύμνος και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμη και η ισχύς, ανήκει στο Θεό μας, στους αιώνες των αιώνων.

Έτσι ταπεινά αφού διακόνησαν σε όλη τους τη ζωή τον πλησίον, πέθαναν ειρηνικά και ετάφησαν στην τοποθεσία Φερεμά.

Σημείωση: Για τα τρία διαφορετικά ζευγάρια «Αγίων Κοσμά και Δαμιανού των Αναργύρων» διαβάστε εδώ.

Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος πλ δ’.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε ἡμῖν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, τὴ χειρουργία, θεραπεύετε, παντοίας νόσους, σὺν Κοσμᾶ Δαμιανὲ οἱ Ἀνάργυροι, ὁ γὰρ Σωτὴρ ἰατροὺς ὑμᾶς ἔδειξεν, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ ἴασιν ὅθεν ρύσασθε, παθῶν δυσαλθῶν καὶ θλίψεων, τοὺς ποθῶ τῷ ναῷ ὑμῶν προστρέχοντας.

Κοντάκιον
Ἦχος β’.
Οἱ τὴν χάριν λαβόντες τῶν ἰαμάτων, ἐφαπλοῦτε τὴν ῥῶσιν τοῖς ἐν ἀνάγκαις, Ἰατροὶ θαυματουργοὶ ἔνδοξοι, ἀλλὰ τῇ ὑμῶν ἐπισκέψει, καὶ τῶν πολεμίων τὰ θράση κατευνάσατε, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασιν.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐκ τῆς Ἀσίας ὥσπερ δύο ἀστέρες, ἐξανατείλαντες Ἀνάργυροι θεῖοι, τῇ οἰκουμένῃ λάμπετε θαυμάτων ταῖς αὐγαῖς, νόσους μὲν ἰώμενοι, καὶ δεινὰς καχεξίας, χάριν δὲ παρέχοντες, τοῖς πιστοῖς εὐρωστίας, Δαμιανὲ θεόφρον καὶ Κοσμᾶ, χειμαζομένων, λιμένες πανεύδιοι.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν.
Οὐρανόθεν θαυμάτων τὴν δωρεάν, παραδόξως λαβόντες παρὰ Χριστοῦ, πάντα θεραπεύετε, ἀενάως τὰ πάθη· ἐν ὑμῖν γὰρ ὤφθη, ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος, χορηγοῦσα θείων, ἰάσεων δύναμιν· ὅθεν καὶ ἀφθάρτων, ἀγαθῶν εὐπορίαν, τῇ πίστει ἐκτήσασθε, ἀναργύρῳ φρονήματι, Θεοφόροι Ἀνάργυροι, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν.

Ὁ Οἶκος
Πάσης συνέσεως καὶ σοφίας ὑπέρκειται ὁ λόγος τῶν σοφῶν ἰατρῶν· τοῦ γὰρ Ὑψίστου χάριν λαβόντες, ἀοράτως τὴν ῥῶσιν δωροῦνται πᾶσιν· ὅθεν καμοί, διηγήσεως χάριν δεδώρηνται, ὑμνῆσαι ὡς θεοφόρους, εὐαρέστους Θεοῦ καὶ θεράποντας, ἰαμάτων πλήθη παρέχοντας· ἀλγηδόνων γὰρ πάντας λυτροῦνται, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασι.

Μεγαλυνάριον
Οἷά περ θεράποντες ἰατροί, ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἀσθενείας ὀδυνηράς, ἰάσασθε τάχος, ἀρρήτῳ ἐπισκέψει, ἡμῶν θαυματοβρῦται, σοφοί Ἀνάργυροι. 

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Πρέπει να γίνει πολεμος για να διορθωθεί η κοινωνία - Άγιος Ιωάννης ο Ρωσος


Εμφάνιση του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου στον γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη και του είπε ότι ο κόσμος δεν θα μετανοήσει αν δεν γίνει πόλεμος.Απόσπασμα της ομιλίας του μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτου όλη η ομιλία εδώ.

Τίποτε δεν πρέπει να κάνουμε για επίδειξη


7. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
“Νομίζω πώς είναι πολύ σπουδαίο και πολύτιμο αγαθό να νικήσει κανείς την κενοδοξία και να προκόψει στη γνώση του Θεού.
Γιατί αυτός που πέφτει στην εξουσία αυτού του πονηρού πάθους της κενοδοξίας, γίνεται ξένος προς την ειρήνη, σκληραίνει η καρδιά του προς τους εν Χριστώ αδελφούς και τελική συμφορά του είναι ότι πέφτει στην υψηλοφροσύνη, δηλαδή στην υπερηφάνεια, που είναι η μάνα όλων των κακών.

Εσύ όμως, πιστέ δούλε του Χριστού, κράτα κρυφή την εργασία σου, και με πόνο καρδιάς φρόντισε να μη χάσεις τον μισθό της εργασίας σου εξαιτίας της ανθρωπαρέσκειας. Γιατί αυτός που κάνει κάτι για να επιδειχθεί στους ανθρώπους απομακρύνεται από τον μισθό του, όπως είπε ο Κύριος”.

12. Πήγε άλλος αδελφός σ΄ αυτόν (στον αββά Θεόδωρο της Φέρμης) και άρχισε να μιλάει και να ερευνά για πράγματα, τα οποία ακόμη δεν είχε αρχίσει να τα εφαρμόζει. Και του λέει ο Γέροντας:
“Ακόμη δεν βρήκες πλοίο, ούτε τις αποσκευές σου φόρτωσες, και πριν ταξιδέψεις, έφτασες κιόλας σ΄ εκείνη την πόλη;
Πρώτα άρχισε την εργασία και καθώς την κάνεις, θα φθάσεις σ΄ αυτά που τώρα λες”.

16. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
“Μάθε στην καρδιά σου να εφαρμόζει αυτά που διδάσκει η γλώσσα σου”.

17. Είπε επίσης:
“Οι άνθρωποι παρουσιάζουν με πληρότητα τη διδασκαλία, αλλά ελάχιστα απ΄ αυτά εφαρμόζουν”.

20. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
“Εκείνος που με κάθε τρόπο επιδιώκει τη φιλία των ανθρώπων, απομακρύνεται εντελώς από τη φιλία του Θεού.
Δεν είναι καλό να θέλει κανείς να αρέσει σε όλους. Γιατί η Γραφή λέει:
Αλίμονο σας όταν όλοι οι άνθρωποι σας επαινούν”.

22. Ο αββάς Αμμούν της Ραϊθούς ρώτησε τον αββά Σισώη:
“Όταν διαβάζω την Αγία Γραφή γυρεύει ο λογισμός μου να φτιάξει κάποιες ωραίες φράσεις, για να έχω ν΄ απαντώ, όταν με ρωτούν”.
Κι ο Γέροντας του λέει:
“Δεν χρειάζεται. Καλύτερα είναι από την καθαρότητα του νου (της καρδιάς) να αποκτήσεις και το να μη μεριμνάς τι θα πιεις, και σωστά να μιλάς”.

26. Είπε η αγία Συγκλητική:
“Όπως ακριβώς ο θησαυρός όταν βγει στο φανερό, με τον καιρό λιγοστεύει και τελικά εξαφανίζεται, κατά τον ίδιο τρόπο και η αρετή, όταν γίνεται γνωστή και κοινοποιείται, χάνεται. Και όπως το κερί λιώνει, όταν πλησιάσει τη φωτιά, το ίδιο και η ψυχή διασκορπίζεται από τους επαίνους και χαλαρώνει”.

28. Κάποια φορά που καθόταν ο αββάς Τιθόης, κοντά εκεί ήταν ένας αδελφός αλλά δεν το ήξερε αυτό και στέναξε, και δεν κατάλαβε ότι ήταν ο αδελφός δίπλα, γιατί βρισκόταν σε έκσταση. Κατόπιν όμως του έβαλε μετάνοια και είπε: “Συγχώρεσέ με, αδελφέ, δεν έγινα ακόμα μοναχός, αφού στέναξα μπροστά σου”.

31. Ένας αδελφός, ασκητής που δεν έτρωγε ψωμί, επισκέφθηκε κάποιον ονομαστό Γέροντα. Βρέθηκαν εκεί τη μέρα εκείνη κι άλλοι ξένοι και μαγείρεψε ο Γέροντας για χάρη τους λίγο φαγητό. Όταν κάθισαν να φάνε, ο ασκητής έβαλε για τον εαυτό του μόνο ρεβίθια μουσκεμένα και έτρωγε. 
Όταν σηκώθηκαν απ΄ το τραπέζι, τον πήρε ιδιαίτερα ο Γέροντας και του ΄πε:
“Αδελφέ, όταν επισκέπτεσαι κάποιον, μη δείχνεις τη μοναχική σου άσκηση. Αν, πάλι, θέλεις να κρατάς οπωσδήποτε την άσκησή σου, να κάθεσαι στο κελί σου και να μην πηγαίνεις πουθενά”.
Ο ασκητής πήρε ένα καλό μάθημα από τα λόγια του Γέροντα και στο εξής στις συναντήσεις με τους αδελφούς δεν ξεχώριζε.

32. Είπε κάποιος από τους Πατέρες ότι στις όχθες του ποταμού, κοντά στο χωριό όπου ο μακάριος Σιλουανός ζούσε στην Παλαιστίνη, κατοικούσε ένας αδελφός που προσποιούνταν τον σαλό. Έτσι, κάθε φορά που τον συναντούσε κάποιος αδελφός, άρχιζε και γελούσε. Γι αυτό λοιπόν κι εκείνος τον άφηνε κι έφευγε.
Συνέβη κάποια φορά να επισκεφθούν τον αββά Σιλουανό τρεις Πατέρες.
Και αφού έκαναν προσευχή, τον παρακάλεσαν να στείλει κάποιον μαζί τους για να δουν τους αδελφούς μέσα στα κελιά τους. Είπαν επίσης στον Γέροντα:
“Κάνε αγάπη και δώσε εντολή στον αδελφό να μας πάει σ΄ όλους”.
Και ο Γέροντας ενώπιόν τους είπε στον αδελφό:
“Να πας τους Πατέρες σε όλους”.
Ιδιαίτερα όμως του παρήγγειλε:
“Πρόσεξε, να μην τους πάς σ΄ εκείνον τον σαλό, για να μην σκανδαλισθούν”.
Καθώς περνούσαν απ΄ τα κελιά των αδελφών οι Πατέρες, έλεγαν στον οδηγό τους:
“Δείξε αγάπη να μας πας σε όλους”.
Και απαντούσε εκείνος:
“Βεβαίως”.
Όμως δεν τους πήγε στο κελί του σαλού σύμφωνα με την εντολή του Γέροντα.
Όταν επέστρεψαν στον Γέροντα τους είπε:
“Είδατε τους αδελφούς;”
“Ναι -του είπαν- και ευχαριστούμε. Αλλά λυπούμαστε που δεν πήγαμε σ΄ όλους”.
Ρωτάει τότε ο Γέροντας τον οδηγό τους:
“Δεν σου είπα να τους πάς σε όλους;”
“Έτσι έκανα, πάτερ” απάντησε ο αδελφός.
Αλλά και την ώρα που έφευγαν οι Πατέρες είπαν πάλι στον Γέροντα:
“Αληθινά σας είμαστε ευγνώμονες, που είδαμε τους αδελφούς, για ένα μόνο λυπούμαστε που δεν τους είδαμε όλους”.
Παίρνει τότε ο αδελφός τον Γέροντα ιδιαίτερα και του λέει:
“Στον σαλό αδελφό δεν τους πήγα”.
Αφού έφυγαν οι Πατέρες, ο Γέροντας καλοσκέφτηκε αυτό που έγινε, σηκώνεται λοιπόν και πάει στον αδελφό που προσποιούνταν τον σαλό.
Χωρίς να χτυπήσει, ανοίγει σιγά-σιγά το μάνδαλο και αιφνιδιάζει τον αδελφό.
Εκείνος καθισμένος έκανε την πνευματική του εργασία και είχε δύο καλαθάκια, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά. 
Σαν είδε τον Γέροντα, άρχισε -όπως συνήθιζε- να γελάει. Κι ο Γέροντας του λέει:
“Άσ΄ τα τώρα αυτά και πες μου ποια είναι η άσκησή σου”.
Εκείνος πάλι γελούσε. Συνέχισε ο αββάς Σιλουανός:
“Το ξέρεις πολύ καλά ότι εκτός Σαββάτου και Κυριακής δεν βγαίνω από το κελί, αλλά τώρα ήρθα μεσοβδόμαδα, γιατί ο Θεός μ΄ έστειλε εδώ”.
Φοβήθηκε ο αδελφός και βάζοντας μετάνοια στον Γέροντα, του λέει:
“Συγχώρεσέ με, πάτερ. Κάθε πρωί αρχίζω την πνευματική μου εργασία έχοντας τα χαλίκια αυτά μπροστά μου. Εάν μου έρθει καλός λογισμός, ρίχνω ένα χαλίκι στο δεξιό ζεμπίλι, αν έρθει πονηρός λογισμός, ρίχνω στο αριστερό. Το απόγευμα μετρώ τα χαλίκια και αν του δεξιού είναι περισσότερα, τρώγω, αν όμως του αριστερού είναι περισσότερα, δεν τρώγω.
Την επόμενη μέρα πάλι εάν μου έρθει πονηρός λογισμός, λέγω στον εαυτό μου: Πρόσεξε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας”.
Θαύμασε σαν τ΄ άκουσε ο αββάς Σιλουανός, και είπε:
“Πράγματι οι Πατέρες που ήρθαν σήμερα άγιοι άγγελοι ήταν, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού.
Γιατί και με την παρουσία τους ένιωσα μεγάλη χαρά και ευφροσύνη πνευματική”.

37. Είπε ένας Γέροντας:
“Εκείνος που φανερώνει τα καλά του έργα και τα κάνει γνωστά στον κόσμο, μοιάζει με τον σποριά που ρίχνει τον σπόρο στην επιφάνεια της γης και έρχονται τα πτηνά του ουρανού και τον τρώνε. Ενώ εκείνος πού κρύβει την άσκησή του, όπως βάζει ο σποριάς τον σπόρο μέσα στης γης τα αυλάκια, αυτός ακριβώς θα έχει άφθονη συγκομιδή”.

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης: « Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ Γενικὸ Ἐπιτελεῖο ὅλων τῶν παθῶν»


– Γέροντα, ἔχω ζήλεια, μνησικακία, κατακρίνω, θυμώνω...
– Ἡ ζήλεια, ἡ κατάκριση, ὁ θυμός, ἡ μνησικακία κ.λπ., ὅλα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ξεκινοῦν.
Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ Γενικὸ Ἐπιτελεῖο ὅλων τῶν παθῶν. Ἂν λοιπὸν χτυπήσης τὴν ὑπερηφάνεια, χτυπᾶς ὅλα τὰ πάθη καὶ ἔρχεται μέσα σου ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη.
Γι᾿ αὐτό, νομίζω, ἀρκετὸ εἶναι νὰ ἀσχοληθῆς ἢ μᾶλλον νὰ ἀνοίξης μέτωπο μάχης μὲ τὴν ὑπερηφάνεια· νὰ στρέψης ὅλα τὰ πυρὰ πρὸς τὸ κάστρο τῆς ὑπερηφανείας, τὸ ὁποῖο μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. 

Βλέπεις, ὅταν ὁ ἐχθρὸς πολεμάη ἕνα κράτος, τὶς περισσότερες δυνάμεις θὰ τὶς στείλη νὰ χτυπήσουν τὴν πρωτεύουσα. Μία βόμβα ἂν ρίξη στὴν πρωτεύουσα καὶ τὴν καταστρέψη, πάει μετά, κατέστρεψε ὅλο τὸ κράτος.
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Ε’
ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν 
«Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»

Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: «Πολύ θα παρηγορηθεί η ψυχούλα μας, όταν λαχταρήσουμε τον Κύριο»


Όταν έλθει ο Χριστός στην καρδιά, η ζωή αλλάζει
“Όταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτε άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει ο Χριστός. 
 Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους, στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα. Όπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η μοναξιά. Είσαι ειρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος.
Ούτε μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος, ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση.

Ο Χριστός είναι σ΄ όλες σου τις σκέψεις, σ΄ όλα σου τα έργα. Έχεις την χάρι και μπορείς όλα να τα υποφέρεις για τον Χριστό. Ακόμη μπορεί να πάσχεις και αδίκως. Να υποφέρεις αδικίες για τον Χριστό και μάλιστα με χαρά. Όπως έπαθε Εκείνος, το ίδιο κι εσύ μπορείς να πάσχεις αδίκως. Διάλεξες τον Χριστό για να μην πάθεις; Τι λέει ο Απόστολος Παύλος; “Χαίρω εν τοις παθήμασί μου”. Αυτή είναι η θρησκεία μας. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί μόνο στον θείο έρωτα. Έτσι θα την αγαπήσει κι Εκείνος.

Όταν έλθει ο Χριστός στην καρδιά, η ζωή αλλάζει. Ο Χριστός είναι το πάν. Όποιος ζει μέσα του τον Χριστό, ζει πράγματα που δεν λέγονται, άγια και ιερά. Ζει εν αγαλλιάσει. Αυτά είναι αλήθεια. Τα έχουνε ζήσει άνθρωποι, ασκητές στο Άγιον Όρος. Συνεχώς με λαχτάρα ψιθυρίζουν την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ…”.

Όταν μπει ο Χριστός στην καρδιά, τα πάθη εξαφανίζονται. Δεν μπορείς ούτε να βρίσεις, ούτε να μισήσεις, ούτε να εκδικηθείς, ούτε, ούτε, ούτε… Πού να βρεθούν τα μίση, οι αντιπάθειες, οι κατακρίσεις, οι εγωισμοί, τα άγχη, οι καταθλίψεις. Κυριαρχεί ο Χριστός. Και η λαχτάρα του ανεσπέρου φωτός. Αυτή η λαχτάρα σε κάνει να αισθάνεσαι ότι ο θάνατος είναι η γέφυρα, που θα την περάσεις σε μια στιγμή, για να συνεχίσεις τη ζωή του Χριστού. Εδώ στη γη έχεις ένα εμπόδιο, γι αυτό χρειάζεται η πίστη. Αυτό το εμπόδιο είναι το σώμα. Ενώ μετά το θάνατο η πίστη καταργείται και βλέπεις τον Χριστό, όπως βλέπεις τον ήλιο. Στην αιωνιότητα, βέβαια, θα τα ζεις όλα πιο έντονα.

Όταν, όμως, δεν ζεις με τον Χριστό, ζεις μες στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια, δεν ζεις σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: "Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δυο-τρία παξιμάδια". Κι όμως, αν ζεις σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ΄ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο, είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στη λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.

Πολύ θα παρηγορηθεί η ψυχούλα μας, όταν λαχταρήσουμε τον Κύριο. Δεν θ΄ ασχολούμαστε τότε με τα καθημερινά και τα χαμερπή. Θ΄ ασχολούμαστε με τα πνευματικά και τα ανώτερα, θα ζούμε στον κόσμο τον πνευματικό. Όταν ζεις στον κόσμο τον πνευματικό, ζεις σ΄ άλλο κόσμο, σ΄ αυτόν που αρέσκεται και λαχταράει η ψυχή σου. Δεν αδιαφορείς, όμως, και για τον άνθρωπο, θέλεις κι αυτός να βρει τη σωτηρία, το φως, τον αγιασμό. Να μπουν όλοι στην Εκκλησία.

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Ἡ πνευματικὴ ἀξία τῆς Παραδόσεως


Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. ∆ιονυσίου Τάτση
ΠΟΛΛΟΙ χριστιανοὶ βρίσκονται µακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Πρόκειται γιὰ κατ’ ὄνοµα µόνο χριστιανοὺς καὶ ἡ ζωή τους δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν κοσµικῶν καὶ µὴ χριστιανῶν.
Ἔχουν ὅµως τὸ θάρρος νὰ µιλοῦν γιὰ µιὰ σύγχρονη καὶ νεωτερικὴ Ἐκκλησία, ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς ἐπιθυµίες καὶ ἀνάγκες τῶν σηµερινῶν ἀνθρώπων. Ζητοῦν µιὰ Ἐκκλησία κοµµένη καὶ ραµµένη στὰ µέτρα τους ποὺ θὰ ἀµνηστεύει τὴν ἁµαρτωλὴ ζωή τους - χωρὶς φυσικὰ τὴ µετάνοιά τους καὶ τὴ διόρθωσή τους - καὶ θὰ προσφέρει κοινωνικὲς ὑπηρεσίες στὸ λαό. Μιὰ Ἐκκλησία ποὺ θὰ θέσει σὲ δεύτερη µοῖρα τὶς ἐντολὲς καὶ θὰ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους πῶς θὰ εἶναι χαρούµενοι καὶ εὐτυχισµένοι, χωρὶς ὑποχρεώσεις καὶ ἠθικοὺς φραγµοὺς καὶ χωρὶς ἀναφορὰ στὸν δίκαιο Κριτή, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδώσει στὸν κάθε ἄνθρωπο τὴν ἀµοιβὴ ἤ τὴν τιµωρία, ἀνάλογα µὲ τὸν τρόπο ζωῆς του.
Βέβαια, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαράδεκτα καὶ ἀποκαλύπτουν ὅτι οἱ συγκεκριµένοι ἄνθρωποι µόνο χριστιανοὶ δὲν εἶναι καὶ ἄς µὴ ἔχουν δηλώσει δηµοσίως κάτι τέτοιο. Ἔχουν πλήρη ἄγνοια γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Πρέπει ὅµως νὰ τοὺς τὸ ποῦµε. Ἡ Ἐκκλησία στεγάζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς προστατεύει καὶ τοὺς προσφέρει τὰ µέσα, γιὰ νὰ ζήσουν κατὰ Θεόν. Ἡ παράδοσή της εἶναι ἱερὴ καὶ διατηρεῖ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως. Ὅποιος ἀρνεῖται τὴν παράδοση δὲν πρόκειται νὰ µείνει ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ µπορέσει νὰ γευθεῖ τὴν γλυκύτητα τῆς πνευµατικῆς ζωῆς, τὴν ἱκανοποίηση τῆς ἔµπρακτης ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον καὶ νὰ ζήσει τὴν παρηγορητικὴ ἐλπίδα τῆς µακαριότητας τοῦ παραδείσου.
Ὁ ἀγωνιζόµενος χριστιανὸς κινεῖται µέσα στὸ πνεῦµα τῆς µετάνοιας, εἶναι ἀπελευθερωµένος πνευµατικά, ἔχει καθαροὺς ὁρίζοντες, ἡ ζωή του ἔχει νόηµα καὶ µπορεῖ εὔκολα νὰ ξεπερνάει τὰ ἀδιέξοδα καὶ τοὺς ποικίλους πειρασµούς.
Ἕνας θεολόγος ἔλεγε ὅτι «στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία αἰσθάνοµαι νὰ µὲ περιβάλει ἀπὸ παντοῦ ἡ µυστικὴ ἀτµόσφαιρα τῆς ἱερῆς παράδοσης καὶ ζώντας µέσα σ’ αὐτὴ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται γλυκύτατη ἀνάπαυση καὶ πνευµατικὴ ἀσφάλεια. Πιστεύω ὅτι µέσα στὴν παράδοση διαφυλάσσεται ἀµόλυντη καὶ ἀκέραιη ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦρθε στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Χριστό, ἡ πίστη διδάσκεται καὶ βιώνεται ὀρθῶς, ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς µου εἶναι κάτι ἀντικειµενικῶς ἀσφαλὲς καὶ βέβαιο, ἐὰν συντρέξουν σχετικὰ οἱ ἀπαραίτητοι γι’ αὐτὸ ὑποκειµενικοὶ παράγοντες καὶ ὅροι» (Ἀνδρέου Θεοδώρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, 1961, σελ. 7-8).
Μακάριος εἶναι ὁ χριστιανὸς ποὺ βρίσκεται µέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρνεῖται κάθε νεωτερισµὸ καὶ κάθε ἀλλαγή. Τὴν παράδοση τὴ δέχεται χωρὶς ἀλλοιώσεις καὶ τὸ κοσµικὸ φρόνηµα τὸ ἀποβάλλει εὔκολα. Γι’ αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ µοναδικὴ καὶ ἀσφαλὴς κιβωτὸς σωτηρίας.

Άγιοι Στάχυς, Απελλής, Αμπλίας, Ουρβανός, Νάρκισσος και Αριστόβουλος οι Απόστολοι από τους Εβδομήκοντα (31 Οκτωβρίου)



Βιογραφία
Οι Άγιοι Στάχυς, Απελλής, Αμπλίας, Ουρβανός, Νάρκισσος και Αριστόβουλος άνηκαν στους εβδομήκοντα Αποστόλους του Κυρίου και όλοι τους υπήρξαν «Χριστοῦ εὐωδία τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σωζομένοις» (Β' προς Κορινθίους, Β' 15). Δηλαδή ευωδιά Χριστού, ευχάριστη στο Θεό, και ευωδία μεταξύ των σωζόμενων πυύ άκουγαν απ' αυτούς το σωτήριο μήνυμα του Ευαγγελίου.

Ο Άγιος Στάχυς έγινε πρώτος επίσκοπος Βυζαντίου, και αφού διάνυσε 16 χρόνια στο αποστολικό κήρυγμα, ειρηνικά αναπαύθηκε εν Κυρίω.

Ο Άγιος Απελλής έγινε επίσκοπος Ηράκλειας και πολλούς έφερε στη χριστιανική πίστη.

Ο Άγιος Αμπλίας έγινε επίσκοπος Οδυσσουπόλεως και ο Ουρβανός, επίσκοπος Μακεδονίας. Επειδή και οι δύο γκρέμιζαν τα είδωλα, θανατώθηκαν μαρτυρικά.

Ο Άγιος Νάρκισσος χειροτονήθηκε επίσκοπος Αθηνών. Η αλήθεια, όμως, του Ευαγγελίου, την οποία δίδασκε με ζήλο, εξήγειρε τους ειδωλολάτρες, με αποτέλεσμα να τον βασανίσουν και να παραδώσει την ψυχή του μαρτυρικά.

Ο Άγιος Αριστόβουλος, και αυτός υπήρξε επίσκοπος και πέθανε ειρηνικά, κηρύττοντας μέχρι τέλους της ζωής του το Χριστό. (Για τον Άγιο Αριστόβουλο βλέπε σχετικά και την 15η Μαρτίου).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. 
Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὴν κιθάραν τοῦ Πνεύματος τὴν ἑξάχορδον, τὴν μελῳδήσασαν κόσμῳ τὰς ὑπὲρ νοῦν δωρεάς, ὡς ἐκφάντορας Χριστοῦ ἀνευφημήσωμεν, Στάχυν Ἀμπλίαν Ἀπελλῆν σὺν Ναρκίσσῳ Οὐρβανόν, καὶ Ἀριστόβουλον ἅμα· ὡς γὰρ Ἀπόστολοι θεῖοι, χάριν αἰτοῦνται ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἱερὰ κειμήλια, τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καὶ τοῦ Ἡλίου τῆς δόξης αὐγάσματα, χρεωστικῶς ὑμνήσωμεν, τοὺς σοφοὺς Ἀποστόλους, Ἀπελλῆν Οὐρβανόν τε καὶ Ἀριστόβουλον, Ἀμπλίαν Νάρκισσον καὶ Στάχυν, οὓς ἡ χάρις συνήγαγε τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοῖς τῶv αἱμάτων σου.
Εἰς τὰ τοῦ κόσμου δραμόντες πληρώματα, θεογνωσίας τὸν λόγον ἐσπείρατε, καὶ στάχυν πολύχουν δρεψάμενοι, Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων προσήξατε, Ἀπόστολοι Χριστοῦ παναοίδιμοι.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Εἰς ἅπασαν τὴν γῆν, ὁ σοφὸς ὑμῶν φθόγγος, ἐξῆλθεν ἀληθῶς, τοῦ Κυρίου αὐτόπται, Ἀπόστολοι ἔνδοξοι, Οὐρβανὲ σὺν Ἀμπλίᾳ τε, Ἀριστόβουλε, καὶ Ἀπελλῆ σὺν Ναρκίσσῳ, μετὰ Στάχυος, ὑπὲρ ὑμῶν τὸν Σωτῆρα, ἀπαύστως πρεσβεύσατε.

Ὁ Οἶκος
Τῶν Ἀποστόλων τὴν μνήμην πάντες, ὡς σωτηρίας ἡμέραν εὐφημήσωμεν νῦν, καὶ εὐσεβῶς μακαρίσωμεν. Αὕτη γὰρ πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ ὥς περ ἥλιος λάμπει, φωτὸς ἀκτῖσι πᾶσαν ἀχλὺν ἐκδιώκουσα, καὶ καταλάμπουσα τοὺς πόθῳ ταύτην ἐκτελοῦντας, καὶ πίστει γεραίροντας· διὸ προθύμως συνδράμωμεν, ἀνυμνοῦντες αὐτοὺς καὶ κραυγάζοντες· Ἐκ τῶν κινδύνων ῥύσασθε ἡμᾶς, Ἀπόστολοι Κυρίου παναοίδιμοι.

Μεγαλυνάριον
Δῆμος Ἀποστόλων θεοφεγγής, Νάρκισσος Ἀμπλίας, Ἀριστόβουλος Οὐρβανός, Ἀπελλῆς καὶ Στάχυς, ἀνέτειλαν ὡς ἄστρα· δεῦτε οὖν καὶ θαλφθῶμεν, τούτων τῇ χάριτι.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Όσιος Αβράμιος και Μαρία η ανεψιά του (29 Οκτωβρίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Ὁσίου Ἀβραμίου.
Βιογραφία
Αριστεύς της εγκράτειας και των πνευματικών ασκήσεων ο όσιος Αβράμιος, άφησε τη μεγάλη περιουσία που κληρονόμησε στους φτωχούς και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη διακονία του Θεού και του πλησίον. Ζούσε σε ερημικό τόπο, όπου προσευχόταν και μελετούσε τα Ιερά γράμματα. Από εκεί πήγαινε σε διάφορες πόλεις, για να κηρύξει το λόγο του Θεού και να διακονήσει τη βασιλεία της αλήθειας και της ειρήνης του Ευαγγελίου. Η πίστη, η αγάπη και η υπομονή του κατόρθωσαν πολλές φορές να καταπραΰνουν βάρβαρες καρδιές και να ελκύσουν στο σταυρό ψυχές υπερβολικά εξαγριωμένες.

Πάνω από 70 ετών ο Αβράμιος, διατηρούσε όλη τη ζωντάνια της Ιεραποστολικής δράσης του. Προστατευόμενος μάλιστα και από την ηλικία του, μπόρεσε να αφοσιωθεί στη σωτηρία αμαρτωλών γυναικών. Κάποτε ευτύχησε να ανασύρει από το βόρβορο της αμαρτίας και την κόρη του αδελφού του, τη Μαρία. Την είδε σε κάποιο πανδοχείο, χωρίς να τη γνωρίζει, φορτωμένη με κοσμήματα και συντροφιά με ακόλαστους νέους. Η παραστρατημένη όμως νεαρή, δεν είχε αποβάλει εντελώς τις ευσεβείς αναμνήσεις της. Την επομένη, πήγε στο γέροντα ασκητή και ζήτησε την ευλογία του. Εκείνος της απάντησε ότι δεν ωφελεί σε τίποτα η ευλογία των ανθρώπων, όταν ο Θεός είναι αναγκασμένος να μη παρέχει τη δική Του. Τα λόγια αυτά συντάραξαν τη Μαρία, μετανόησε, εξομολογήθηκε και από τότε έζησε ζωή αγία. Ο δε Αβράμιος πέθανε υπέργηρος, υπηρετώντας πιστά μέχρι τέλους το Θεό.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Ζωῆς τῆς φθειρομένης λιπῶν τᾶς ἀπολαύσεις, ἐν τὴ τῶν μελλόντων ἐλπίδι, Ἀβράμιε θεοφόρε, ὁσίως ἐβίωσας ἐν γῇ, καὶ χρῖσμα ὑπεδέξω ἱερὸν διὰ τοῦτο ὡς τοῦ Λόγου μυσταγωγός, κατηύγασας τοὺς βοώντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοὶ Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα· λαβὼν γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Ἀβράμιε τὸ πνεῦμά σου.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν σαρκὶ ὡς Ἄγγελος, ἐπὶ τῆς γῆς ἀνεφάνης, καὶ ἀσκήσας γέγονας, πεφυτευμένον ὡς ξύλον, ὕδατι τῆς ἐγκρατείας καλῶς αὐξήσας, ῥεύματι τῶν σῶν δακρύων ῥύπον ἐκπλύνας· διὰ τοῦτο ἀνεδείχθης, δοχεῖον θείου, Ἀβράμιε Πνεύματος.

Ὁ Οἶκος
Τὰ φθαρτὰ παριδών, τὴν ἀφθαρσίαν εἴληφας, τὰς τερπνὰς ἡδονὰς τοῦ σώματος ἐμίσησας σοφὲ ἀπὸ βρέφους, ποθήσας ἁγνείαν· ὅθεν θαλάμου καὶ κόσμου ἀπέδρασας, συζύγου τε εὔκλειαν, καὶ τῶν γονέων ἐξέκλινας, μόνου Θεοῦ σοφὲ τὸν ἔρωτα ἐπιποθήσας, καὶ ἀγαπήσας ἐξ ὅλης, Πάτερ τῆς ψυχῆς, καὶ διανοίας ἀληθῶς· διὰ τοῦτο ἀνεδείχθης, δοχεῖον θείου, Ἀβράμιε Πνεύματος.

Αγία Αναστασία η Ρωμαία, η Οσιομάρτυς (29 Οκτωβρίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἀναστασίας τῆς Ῥωμαίας

Ιερά Λείψανα: Οι κνήμες «μετά δέρματος» της Αγίας και η δεξιά της βρίσκονται στη Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους.
Απότμημα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στη Λαύρα Αγ. Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.


Βιογραφία
Η όσια Αναστασία έζησε στα χρόνια του Δεκίου (κατ' άλλους του Διοκλητιανού) και Bαλλεριανού και καταγόταν από τη Ρώμη. Όταν πέθαναν οι πλούσιοι γονείς της, διαμοίρασε την περιουσία που κληρονόμησε στους φτωχούς και αποσύρθηκε σε μοναστήρι.

Όταν τη συνέλαβε ο ηγεμόνας Πρόβος (περί το 256 μ.Χ.), υπενθύμισε στην Αναστασία την ανθηρή νεότητα της, για την οποία θα έπρεπε να αρνηθεί το Χριστό. Τότε, δυναμική υπήρξε η απάντηση της Αναστασίας: «Εγώ, είπε, μία ωραιότητα και νεότητα γνωρίζω, εκείνη που δίνει ο Χριστός στις πιστές και γενναίες ψυχές, που προτιμούν γι’ Αυτόν το θάνατο αντί άλλων εγκόσμιων αγαθών, όταν αυτά προτείνονται για την προδοσία του Θεού τους. Πλούτη είχα άφθονα. Δεν τα θέλησα. Αλλά το Χριστό μου τον θέλω και απ' Αυτόν καμία δύναμη δε θα μπορέσει να με χωρίσει. Αν αμφιβάλλεις, δοκίμασε». Εξαγριωμένος από την απάντηση ο Πρόβος, τη μαστίγωσε στο πρόσωπο και την άπλωσε σε αναμμένα κάρβουνα. Έπειτα, την κρέμασε και της έσκισε το σώμα. Μετά έκοψε τους μαστούς της, ξερίζωσε τα νύχια της και τελικά την αποκεφάλισε. Έτσι, η Αναστασία πήρε τον αμαράντινο στέφανο του μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε
Ἀσκήσει ἐκλάμψασα ὥσπερ παρθένος σεμνή ἀθλήσεως αἵμασι τὴν τῆς ἁγνείας στολὴν ἐνθέως ἐφοίνιξας· ὅθεν, Ἀναστασία, ὡς ὁσία καὶ μάρτυς, χάριτας ἰαμάτων ἀποστράπτεις ἐν κόσμῳ πρεσβεύουσα τῷ Σωτῆρι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας vάμασι, καθηγvισμέvη ὁσία, μαρτυρίου αἵμασιν, Ἀvαστασία πλυθεῖσα, παρέχεις τοῖς ἐν ἀνάγκαις τῶν νοσημάτων, ἴασιν καὶ σωτηρίαν τοῖς προσιοῦσιν, ἐκ καρδίας, ἰσχὺν γᾶρ νέμει, Χριστὸς ὁ βρύωv, χάριν ἀέναον.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ, ἀνετέθης Ὁσία, νεκρώσασα σαρκός, ἐγκρατείᾳ τὰ πάθη, εἰς ὕψος δ' ἀνέδραμες, μαρτυρίου περίδοξον, ἐναθλήσασα, Ἀναστασία νομίμως, καὶ τόν δράκοντα, καταβαλοῦσα εἰς χάος, δυνάμει τοῦ Πνεύματος.

Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί αὐταδέλφων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας. Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀστερίου, Κλαυδίου, Νέωνος καί τῆς ἀδελφῆς αὐτῶν Νεονίλλης (

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζηνοβίου καὶ Ζηνοβίας τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ.


Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί  αὐταδέλφων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας.
 Αὐ­τοί ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 290, τέ­κνα γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν. Ἀ­φοῦ συ­νε­λή­φθη πρῶ­τα ὁ Ζη­νό­βιος, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἡ­γε­μό­να. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σε ὁ ἡ­γε­μό­νας, τό­τε καί ἡ ἀ­δελ­φή του Ζη­νο­βί­α πα­ρέ­δω­σε μό­νη τόν ἑ­αυ­τό της στούς δή­μιους. Τό­τε ­δά­ρθη­καν καί οἱ δύ­ο καί το­πο­θε­τή­θη­καν μέ­σα σέ κα­ζά­νι γεμᾶτο ἀ­πό πίσ­σα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δι­α­φυ­λά­χθη­καν ἀ­βλα­βεῖς μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τό βα­σα­νι­στή­ριο αὐ­τό, γι’ αὐ­τό ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν μέ ξίφος. Καί ἔ­τσι δέ­χθη­καν τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο τους βλέπε στόν Νέο Παράδεισο).
Tῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος MαρκιανοἘπισκόπου Συρακούσης, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου.
 Αὐ­τός χει­ρο­το­νή­θη­κε ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο καί ­στά­λθηκε Ἐ­πί­σκο­πος στίς Συ­ρα­κοῦ­σες τῆς Σι­κε­λί­ας. Ἀ­φοῦ κα­τέ­πλη­ξε ὅ­λους ὅσοι ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ τά θαύ­μα­τα καί ση­μεῖ­α πού ἔ­κα­νε καί γκρέ­μι­σε μέ μό­νη τήν προ­σευ­χή του τούς βω­μούς τῶν εἰ­δώ­λων, ἔ­κα­νε ὅ­λους υἱ­ούς φω­τός μέ τήν θε­ο­γνω­σί­α καί μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Τό­τε οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι ἀ­πό τόν φθό­νο κι­νού­με­νοι, μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας τήν παρ­ρη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν θα­νά­τω­σαν μέ βί­αι­ο θά­να­το. Καί ἔ­τσι ἀ­πο­κό­μι­σε ὁ μα­κά­ριος τόν τῆς ἀ­θλή­σε­ως ἀ­μα­ράν­τι­νο στέ­φα­νο.
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀλεξάνδρου, Κρονίωνος, Ἰουλιανοῦ, Μακαρίου καί ἑτέρων δεκατριῶν.
Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἄ­θλη­σαν στά χρό­νια Δε­κί­ου τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια κα­τά τό ἔ­τος 250. Πρῶ­τος ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ὡδηγή­θη­κε στό κρι­τή­ριο καί μή μπο­ρῶντας νά στα­θῆ ὄρ­θιος, ἐ­πει­δή ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό πο­δαλ­γί­α, γι’ αὐ­τό αὐ­τός μα­ζί μέ τόν Κρο­νί­ω­να, τόν δι­κό του ἄν­θρω­πο, δι­α­πομ­πεύ­ον­ται μέ­σα ἀπό τήν ἀ­γο­ρά, ὄν­τας ἐ­πά­νω σέ κα­μῆ­λες. Ἔ­πει­τα δέρ­νον­ται, ἀ­φοῦ πρῶ­τα κρε­μά­σθη­καν. Καί τε­λευ­ταῖ­α χύ­θη­κε ἐ­πά­νω τους ἀ­σβέ­στης πού ἦ­ταν ἀ­ναμ­μέ­νος καί ἔ­βρα­ζε. Καί ἔ­τσι οἱ μα­κά­ριοι μέ αὐ­τήν τήν τι­μω­ρί­α πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ὁ δέ Ἰ­ου­λια­νός καί Μα­κά­ριος, ἀ­φοῦ δέ­χθη­καν πολ­λές τι­μω­ρί­ες, στό τέ­λος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δε­κα­τρεῖς, ἄλ­λοι κα­τα­ξε­σχί­σθη­καν μέ δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια, ἄλ­λοι πά­λι κά­η­καν καί ἄλ­λοι ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν, χω­ρίς νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ἔ­τσι ὅ­λοι μα­ζί ἔ­λα­βαν οἱ μα­κά­ριοι τούς στε­φά­νους τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐτροπία ξίφει τελειοῦται.
 Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α συ­κο­φαν­τή­θη­κε στόν ἡ­γε­μό­να Ἀ­πελ­λια­νό τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας, ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νή. Καί ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τίς φυ­λα­κές καί ἐ­πι­σκεπτό­ταν τούς ἀ­πο­κλει­σμέ­νους Ἁ­γί­ους γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­τσι ἀ­φοῦ ὡμολό­γη­σε ἄ­φο­βα τόν Χρι­στό, ἀρ­χι­κά, ἀ­φοῦ τήν κρέ­μα­σαν, τήν ­κα­τα­ξέ­σχι­σαν καί ἔ­πει­τα τήν ἔ­κα­ψαν μέ λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Νό­μι­ζε ὅ­μως τήν φλό­γα σάν νε­ρό δρο­σε­ρό καί βε­βαί­ω­νε ὅ­λους, ὅ­τι ἔ­βλε­πε ἕ­ναν φο­βε­ρό ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν κα­τέ­ψυ­χε καί δρό­σι­ζε, τόν ὁ­ποῖ­ο ἄν­θρω­πο ἔ­βλε­παν καί οἱ στρα­τι­ῶ­τες. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά βα­σα­νί­σθη­κε δυ­να­τώ­τε­ρα καί ρί­χθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἡ­γε­μό­να τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα, εἰ­ρω­νεύ­θη­κε αὐ­τόν καί τά εἴ­δω­λά του. Ἔ­τσι ἔ­κο­ψαν τήν γλῶσ­σα της καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­κο­ψαν καί τήν ἁ­γί­α της κε­φα­λή. Καί ἔ­τσι ἡ μα­κά­ρια πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­λα­βε ἀ­πό αὐ­τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο.
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀστερίου, Κλαυδίου, Νέωνος  καί τῆς ἀδελφῆς αὐτῶν Νεονίλλης.
Κα­τά τήν πρώ­τη ὑ­πα­τεί­α τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, ὅ­ταν ἡ­γε­μό­νευ­ε ὁ Λυ­σί­ας στήν Κι­λι­κί­α κα­τά τό ἔ­τος 288, τό­τε ἦ­ταν οἱ Ἅ­γιοι αὐ­τοί αὐ­τά­δελ­φοι Χρι­στια­νοί, ὅ­λοι μα­ζί κα­τοι­κῶντας καί ἔχοντας ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα. Εἶ­χαν μα­ζί τους καί τήν μη­τρυι­ά τους, ἐ­πει­δή ἡ μη­τέ­ρα τους εἶ­χε πε­θά­νει νω­ρί­τε­ρα καί ἀρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε καί ὁ πα­τέ­ρας τους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ μη­τρυι­ά τους φρόν­τι­ζε ἄ­δι­κα νά κα­τα­κρα­τή­ση τήν ­πε­ρι­ου­σί­α τῶν γο­νέ­ων τους, γι’ αὐ­τό τούς πρό­δω­σε στόν ἡ­γε­μό­να, κα­τη­γο­ρῶντας ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νοί. Οἱ νέ­οι, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν ἡ­γε­μό­να, τοῦ εἶ­παν· ‘‘Ἐ­μεῖς τώ­ρα κα­τα­φρο­νοῦ­με ὅ­λα τά πράγ­μα­τά μας, ὦ ἡ­γε­μό­να. Καί γιά τήν πί­στι μας ὑ­πο­μέ­νου­με κά­θε κα­κό πού θά μᾶς συμ­βῆ. Ἡ δέ μη­τρυι­ά μας, ἡ ὁ­ποί­α δέν συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, ἀ­φοῦ εἶ­ναι στήν θέ­σι τῆς μη­τέ­ρας μας, αὐ­τή, νά γνω­ρί­ζης, ὅ­τι δέν μᾶς πρό­δω­σε σ’ ἐ­σέ­να, δι­ό­τι πι­στεύ­ει τήν θρη­σκεί­α τῶν δι­κῶν σας θε­ῶν, ὄ­χι, ἀλ­λά ἐ­πει­δή φρον­τί­ζει ἄ­δι­κα νά πά­ρη ἀ­πό ἐ­μᾶς τήν κλη­ρο­νο­μί­α τοῦ πα­τέ­ρα μας καί τῆς μη­τέ­ρας μας, ἐ­πει­δή εἶ­ναι με­γά­λη’’. Ὅ­ταν τά ἄ­κουσε αὐ­τά ὁ ἡ­γε­μό­νας, φά­νη­κε καί αὐ­τός, ὅ­τι συμ­φώ­νη­σε μέ τόν σκο­πό τῆς μη­τρυι­ᾶς τους καί θέ­λη­σε νά θα­να­τώ­ση τούς Ἁ­γί­ους, γιά νά ἀ­πο­κτή­ση καί αὐ­τός μέ­ρος ἀ­πό τήν γο­νι­κή τους κλη­ρο­νο­μί­α. Τό­τε δι­α­τά­ζει ἀ­μέ­σως νά ἁ­πλω­θῆ ὁ Κλαύ­διος ἀ­πό τά τέσ­σα­ρα μέ­ρη καί νά κα­τα­ξε­σχι­σθοῦν οἱ πλά­τες του μέ ρα­βδιά. Ἔ­πει­τα τόν κρέ­μα­σαν ἀ­πό τά ἄ­κρα τῶν χε­ρι­ῶν. Καί ἔ­κα­ψαν τά πό­δια του μέ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να. Κα­τα­χά­ρα­ξαν τά πλευ­ρά του μέ κέν­τρα χάλ­κι­να. Ἔ­πει­τα μέ τοῦ­βλα τόν κα­τα­τρί­βουν καί μέ χόρ­τα τοῦ πα­πύ­ρου τόν καῖ­νε. Ἀ­κού­ον­τας ὁ Ἅ­γιος τόν ἡ­γε­μό­να νά λέ­η: «Θυ­σί­α­σε στούς θε­ούς, γιά νά γλυ­τώ­σης», ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Σοῦ εἶ­πα μί­α φο­ρά, ὅ­τι γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί αὐ­τόν τόν θά­να­το κα­τα­φρο­νῶ. Καί λοι­πόν κάνε, ὅ,τι θέ­λεις, ὦ δι­κα­στά». Τό­τε, ἀ­φοῦ τόν κα­τέ­βα­σαν ἀ­πό τό ξύ­λο, τόν φυ­λά­κι­σαν.
Ἔ­πει­τα πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό κρι­τή­ριο ὁ Ἀ­στέ­ριος, πρός τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Λυ­σί­ας εἶ­πε. «Ποι­ό εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά σου»; Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος δέν ἀ­πα­ν­τοῦσε γι’ αὐ­τό δι­έ­τα­ξε ὁ ἡ­γε­μό­νας νά σπά­σουν τά δόν­τια τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Καί ὅ­σο και­ρό ἔ­σπα­ζαν τά δόν­τιά του, φώ­να­ζε ὁ δι­α­λα­λη­τής· ‘‘Θυ­σί­α­σε στούς θε­ούς καί γλύ­τω­σε τήν ζω­ή σου’’. Ὁ Μάρ­τυρας, μο­λο­νό­τι ἐ­τι­μω­ρεῖ­το καί ἄ­κου­γε τήν φω­νή τοῦ δι­α­λα­λη­τῆ, δέν ἔ­παυ­ε ὅ­μως νά ἀν­τι­λέ­γη καί αὐ­τός· «Ὅ,τι θέ­λεις νά κά­νης, ὦ ἡ­γε­μό­να, κά­νε το καί μήν ἀ­με­λῆς. Δι­ό­τι ἐ­γώ δέν θά ἀρ­νη­θῶ τόν Χρι­στό καί Θε­ό μου». Τό­τε τόν κρέ­μα­σαν καί κα­τα­ξέ­σχι­σαν τά πλευ­ρά του. Κα­τέ­κα­ψαν τά πό­δια του, ἀ­φοῦ στρώ­θη­καν ἀ­πό κά­τω κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τόν ἔ­δει­ραν μέ ρα­βδιά, τόν φυ­λά­κι­σαν.
 Με­τά ἀπό αὐ­τά ἔρ­χε­ται στό κρι­τή­ριο καί ὁ Νέ­ων. Καί ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε καί αὐ­τός ποι­ό εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά του, ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἄν θέ­λης νά μά­θης τό ὄ­νο­μά μου, ὦ ἡ­γε­μό­να, γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι λέ­γο­μαι Νέ­ων. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τό μήν ἐλ­πί­ζης νά μά­θης. Δι­ό­τι εἶ­μαι ἀ­δελ­φός αὐ­τῶν πού τι­μω­ρή­θη­καν πρίν ἀ­πό ἐ­μέ­να, τοῦ Κλαυ­δί­ου καί τοῦ Ἀ­στε­ρί­ου. Ἔ­τσι νά χω­ρι­σθῶ ἀ­πό αὐ­τούς δέν εἶ­ναι δυ­να­τό. Ἀλ­λά γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ μου, νά, τώ­ρα βρί­σκο­μαι ἐ­νώ­πιόν σου. Λοι­πόν μήν ἀρ­γο­πο­ρῆς νά κά­νης ἐ­κεῖ­νο πού θέ­λεις». Τό­τε τόν ξά­πλω­σαν κα­τά γῆς καί τόν ἔ­δερ­ναν δυ­να­τά, ἀ­φοῦ ἔ­στρω­σαν κά­τω ἀ­πό τά πό­δια του καί κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να. Ἀ­φοῦ λοι­πόν τόν ἔ­δει­ραν γιά πολ­λές ὧ­ρες, τόν ἔρριξαν στήν φυ­λα­κή.
Κα­τά τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα κά­θι­σε ὁ Λυ­σί­ας στό κρι­τή­ριο. Καί φέρ­νον­τας μπροστά του τόν Ἅ­γιο Κλαύ­διο, τοῦ λέ­ει. «Πές μας, ἄν ἄλλαξες καί σκέ­φθη­κες καλ­λί­τε­ρο λο­γι­σμό». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Πε­ρισ­σό­τε­ρο τολ­μη­ρός καί ἄ­φο­βος στέ­κο­μαι μπροστά σου σή­με­ρα, πα­ρά ἐ­χθές, δι­ό­τι ἔ­γι­να μέ τά βα­σα­νι­στή­ρια δυ­να­τώ­τε­ρος καί θαρ­ρα­λε­ώ­τε­ρος». Τό­τε ἀ­μέ­σως ἔ­δε­σαν τά ἄ­κρα τῶν χε­ρι­ῶν καί τῶν πο­δι­ῶν του καί, ἀ­φοῦ τόν κρέ­μα­σαν, τοῦ ἔ­φε­ραν ὄρ­γα­να μη­χα­νι­κά, τά ὁ­ποῖ­α μπαί­νουν μέ­σα στά ἄρ­θρα καί στίς κλει­δώ­σεις τῶν με­λῶν τοῦ σώ­μα­τος. Πα­ρό­μοι­α ἔ­φε­ραν καί τα­νά­λι­ες καί ἔ­τσι μέ αὐ­τά ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τήν θέσι τους τίς πα­τοῦ­σες τῶν πο­δι­ῶν καί χε­ρι­ῶν του. Καί, ἀ­φοῦ με­τά ἀ­πό πολ­λές ὧ­ρες κα­τε­βά­σθη­κε μι­σα­πο­θα­μέ­νος, ρί­χθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ἔ­πει­τα πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό κρι­τή­ριο ὁ Ἅ­γιος Ἀ­στέ­ριος, πρός τόν ὁ­ποῖ­ο βλέ­πον­τας ὁ Λυ­σί­ας, ‘‘ἐ­σύ τί λές’’; τοῦ εἶ­πε· ‘‘Σκέ­φθη­κες νά θυ­σιά­σης στούς θε­ούς καί νά ἐ­λευ­θε­ρω­θῆς ἀ­πό τά βά­σα­να;’’ Ὁ Μάρ­τυ­ρας ἀ­πο­κρί­θη­κε· ‘‘Ἐ­κεῖ­νος πού πι­στεύ­ει τόν ἀ­λη­θι­νόν Θε­ό καί ἔ­χει σ’ αὐ­τόν ὅ­λες του τίς ἐλ­πί­δες, αὐ­τός δέν ὑ­πο­λο­γί­ζει θά­να­το. Ἀλ­λά κα­τα­φρο­νεῖ  καί ἄν ἀ­κό­μη πά­θη χι­λιά­δες βά­σα­να’’. Τό­τε ὁ Λυ­σί­ας εἶ­πε, ‘‘κρε­μᾶ­στε τον καί κα­τα­ξε­σχί­στε τά πλευ­ρά του καί τά ἄ­κρα τῶν χε­ρι­ῶν καί τῶν πο­δι­ῶν του κα­τα­κόψ­τε καί μέ σου­βλιά πυ­ρα­κτω­μέ­να κα­τα­κάψ­τε τούς μη­ρούς του’’. Ὅ­ταν ἔ­γι­ναν αὐ­τά, ὁ Μάρ­τυ­ρας αἰ­σθα­νό­με­νος δρι­μύ­τα­τους πό­νους, ‘‘εἴ­θε’’, εἶ­πε, ‘‘νά ἰδῆ ὁ Θε­ός αὐ­τά πού κά­νεις στούς δού­λους σου, δυσ­σε­βέ­στα­τε, καί νά σοῦ κά­νη ἀν­τά­ξια τήν ἐκ­δί­κη­σι’’. Τό­τε ὁ Λυ­σί­ας πρό­στα­ξε τόν Ἅ­γιο Ἀ­στέ­ριο νά τόν φυ­λα­κί­σουν καί νά παρου­σια­σθῆ μπροστά του ὁ Νέ­ω­νας Ἐ­πει­δή ὅ­μως καί αὐ­τός πα­ρέ­με­νε ἀ­με­τά­βλη­τος στήν πί­στι, γι’ αὐ­τό τόν ἅ­πλω­σαν πά­λι κά­τω στήν γῆ καί τόν κα­τα­ξέ­σχι­σαν μέ τά βού­νευ­ρα. Καί ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε ὅ­λο τό σῶ­μα του μί­α πλη­γή, φυ­λα­κί­σθη­κε.
Τό­τε δι­έ­τα­ξε ὁ ἡ­γε­μό­νας νά φέ­ρουν καί τήν ἀ­δελ­φή τῶν Ἁ­γί­ων, τήν  Νε­ο­νίλ­λα. Καί ἐ­πει­δή αὐ­τήν τήν βρῆ­κε στα­θε­ρώ­τε­ρη ἀ­πό τήν πέ­τρα στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό δι­έ­τα­ξε νά τήν δεί­ρουν στό πρό­σω­πο. Ἔ­πει­τα τήν  ἔ­δε­σαν ἀ­πό τά πό­δια καί τήν κρέ­μα­σαν. Στήν συ­νέ­χεια τήν ἔ­δει­ραν στά πό­δια μέ λου­ριά. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά τήν κρέ­μα­σαν ἀ­πό τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς. Ὕ­στε­ρα, γιά νά τήν ἐξευ­τελί­σουν, ξύ­ρι­σαν καί τήν κε­φα­λή της. Καί ἀ­φοῦ τήν ἅ­πλω­σαν κά­τω ἀ­πό τά τέσ­σε­ρα μέ­ρη, κα­τέ­ξαι­ναν τίς σάρ­κες της μέ ὠ­μά ­λου­ριά. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ τήν ἅ­πλω­σαν ἀ­νά­σκε­λα, ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω στά στή­θη καί σπλάγ­χνα της κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να. Καί ἔ­τσι ἡ μα­κά­ρια πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Τό δέ τί­μιο σῶ­μα της τό ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ ἕ­να σάκ­κο καί τό κα­τα­βύ­θι­σαν στήν θά­λασ­σα, ἐ­νῷ τούς Ἁ­γί­ους Μάρ­τυ­ρες, Κλαύ­διο, Ἀ­στέ­ριο καί Νέ­ω­να τούς ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι καί τά σώ­μα­τά τους τά ἔρριξαν στά θη­ρί­α καί στά ὄρ­νε­α γιά νά τά φᾶ­νε. Μέ τέ­τοι­ο μα­κά­ριο τέ­λος τε­λει­ώ­θη­καν αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι καλ­λί­νι­κοι τοῦ Χρι­στοῦ Μάρ­τυ­ρες καί αὐ­τά­δελ­φοι καί ἔ­λα­βαν τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως.
Μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων ἐκ τῶν Ἑ­βδο­μή­κον­τα, Τερ­τί­ου, Μάρ­κου, Ἰ­ού­στου τοῦ καί Ἰ­η­σοῦ καί Ἀρ­τε­μᾶ.
 Εἰς τόν Τέρ­τιον.
 * Ὑ­πο­γρα­φεύς σύ τῶν λό­γων τῶν τοῦ Παύ­λου,
Ἐ­γώ δέ σός Τέρ­τι­ε συγ­γρα­φεύς νέ­ος.
 Εἰς τόν Μᾶρ­κον.
 * Ὑ­πη­ρέ­την σε τῶν Ἀ­πο­στό­λων ἔ­γνων,
Ἀλ­λ’ αὖ­θις οἶ­δα καί συ­νερ­γά­την Μᾶρ­κε.
  Εἰς τόν Ἰ­η­σοῦν.
 * Εὐ­ρών Ἰ­η­σοῦν Ἰ­η­σοῦς σω­τη­ρί­αν,
Σω­τήρ ἐ­δεί­χθη τοῖς ἄλ­λοις φερωνύμως
 Εἰς τόν Ἀρτεμᾶν.
 * Δόξης μετέσχεν Ἀρτεμᾶς τῆς τῶν νόων,
Τόν νοῦν φυλάξας ἄρτιον τῷ Κυρίῳ.
 Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι εἶ­ναι ἀ­πό τούς ἑ­βδο­μῆν­τα, φω­τι­σμέ­νοι μέ τήν πί­στι πρός τόν Θε­ό. Καί ὁ μέν Τέρ­τιος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος δεύ­τε­ρος Ἰ­κο­νί­ου με­τά τόν Σω­σί­πα­τρο τήν ἔλ­λει­ψι τοῦ ὁ­ποί­ου αὐ­τός ἀ­νε­πλή­ρω­σε καί τούς ἄ­πι­στους πού ἀ­πέ­μει­ναν ἀ­πό τόν Σω­σί­πα­τρο, ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός Τέρ­τιος ἀ­νακαί­νι­σε μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα καί ἔ­γι­νε ὑ­πέ­ρο­χος θαυ­μα­τουρ­γός. Ἔ­γρα­ψε δέ καί τήν πρός Ρω­μαί­ους τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου ἐ­πι­στο­λή, ὅ­πως τό μαρ­τυ­ρεῖ μό­νος σ’ αὐ­τήν λέ­γων· «Ἀ­σπά­ζο­μαι ὑ­μᾶς, ἐ­γώ ὁ Τέρ­τιος ὁ γρά­ψας τήν ἐ­πι­στο­λήν, ἐν Κυ­ρί­ῳ» (Ρωμ. 16,22). Ὁ Μᾶρ­κος εἶ­ναι ὁ ἀ­νε­ψιός τοῦ Βαρ­νά­βα ἀ­πό ἀ­δελ­φό, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρει ὁ Παῦ­λος στίς ἐ­πι­στο­λές του (B΄ Τι­μοθ. 4,11· Φι­λήμ. 23), καί μά­λι­στα στήν πρός Κο­λοσ­σα­εῖς λέ­γον­τας· «Ἀ­σπά­ζε­ται ὑ­μᾶς Μᾶρ­κος ὁ ἀ­νε­ψιός Βαρ­νά­βα» (Κο­λασ. 4,10), αὐ­τός, λέ­ω, ὁ Μᾶρ­κος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Ἀ­πολ­λω­νιά­δος. Καί μέ τό εὐ­αγ­γε­λι­κό κήρ­υγμα ἐ­ξω­λό­θρευ­σε τῶν εἰ­δώ­λων τό σέ­βας. Ὁ Ἰ­οῦ­στος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὠ­νο­μα­ζό­ταν καί Ἰ­η­σοῦς, ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Ἐ­λευ­θε­ρου­πό­λε­ως. Καί μέ τά λό­για καί θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε, εἵλ­κυ­σε στήν ἐ­πί­γνω­σι τῆς ἀ­λη­θεί­ας ὅ­λους τούς ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκό­με­νους ἀ­πί­στους. Ὁ Ἀρ­τε­μᾶς ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος στήν Λύ­στρα. Καί ὡς δό­κι­μος ὑ­πη­ρέ­της Χρι­στοῦ, δι­έ­λυ­σε κά­θε πλά­νη καί μη­χα­νή τῶν δαι­μό­νων. Ἔ­τσι καί οἱ τέσ­σε­ρις αὐ­τοί Ἀ­πό­στο­λοι, ἀ­φοῦ ἀ­γω­νί­σθη­καν γιά τήν εὐσέβεια καί ἔπεσαν σέ πειρασμούς μεγάλους, εἰρηνικά παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ.


 Τόν ἑλληνικό τους Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Αἰγαί πόλις ἐστί». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
  Μήπως αὐτός εἶναι πού ἀναφέρεται στίς Πράξεις, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν καί Ἰωσήφ καί Βαρσαβᾶς; «Ἔστησαν γάρ, φησί, δύο, Ἰωσήφ τόν καλούμενον Βαρσαβᾶν, ὅς ἐπεκλήθη Ἰοῦστος» (Πράξ. 1,23). Αὐτός ὁ Ἰοῦστος εἶχε καί βιβλίο, ἀπό τό ὁποῖο φέρνει καί μαρτυρία ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος στό περί θείας Εἰρήνης, κεφ. ια΄, λέγοντας· «Ἥν (θείαν εἰρήνην δηλαδή) ἱεράν ἀφθεγξίαν ὁ θεῖος Ἰοῦστος ἀποκαλεῖ».
 Ὁ Σωσίπατρος αὐτός ἑορτάζεται κατά τήν 10η  τοῦ Νοεμβρίου, μαζί μέ τόν Ὀλυμπᾶ, Ροδίωνα, Ἔραστο καί Κούαρτο. Καί κατά τήν 29η τοῦ Ἀπριλίου, μέ τόν Ἰάσωνα ἑορτάζεται.
 Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι κα­τά τόν Δο­σί­θε­ο ἡ Ἐ­λευ­θε­ρού­πο­λις αὐτή λέ­γε­ται στά ἀ­ρα­βι­κά Μπέ­ητ Γκεμ­πρίν. Αὐ­τόν τόν Ἰ­οῦ­στο ὀ­νο­μά­ζει καί αὐ­τός Ἰ­ω­σήφ καί Ἰ­ω­σῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­δελ­φός Ἰ­α­κώ­βου τοῦ μι­κροῦ, δη­λα­δή τοῦ ἀ­δελ­φο­θέ­ου, ἕ­νας ὄν­τας ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, καί το­πο­θε­τή­θη­κε στήν ἐ­κλο­γή μέ τόν Ματ­θί­α. Δη­λώ­νει δέ τό Ἰ­ω­σῆς σω­τη­ρί­α, πα­ρα­γό­με­νο ἀ­πό τοῦ Ἰ­α­σκᾶ. (Βλέ­πε σελ. 9 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου.)
 Σημείωσε, ὅτι περιττά γράφεται ἐδῶ στά Mηναῖα ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Ἀριστοβούλου, διότι αὐτή ἑορτάζεται κατά τήν 31η τοῦ παρόντος. Kαί ἰδιαιτέρως κατά τήν 15η Mαρτίου.

Κυριακή Ε’ Λουκά – Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου (30 Οκτωβρίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για ευαγγελιο ε κυριακης λουκα

Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. ις’ 19-31
Εἶπεν ὁ Κύριος· 19  ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον  Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν  Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ  Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ  Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ  Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ  Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Πλουσίου και Λαζάρου

Ο πλούτος καταστρέφει

Ο πλούσιος της Παραβολής του σημερινού Ευαγγελίου φορούσε πανάκριβα αρχοντικά ενδύματα και διασκέδαζε κάθε τόσο με πλούσια συμπόσια. Ούτε που νοιαζόταν καθώς έβλεπε στην εξώπορτά του εκείνον τον φτωχό Λάζαρο παραπεταμένο και γεμάτο πληγές. Πόσο υπέφερε ο δύστυχος! Ήθελε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, καθώς ήταν σχεδόν γυμνός, έρχονταν οι σκύλοι κι έγλυφαν τις πληγές του. Όμως ο Λάζαρος δεν έβγαζε από το στόμα του παράπονο εναντίον του πλουσίου ή του Θεού.
Πόσο μεγάλες οι αντιθέσεις των δύο αυτών ανθρώπων που βρίσκονταν τόσο κοντά μεταξύ τους! Ο πλούσιος ήταν ντυμένος με πολυτέλεια, κι ο Λάζαρος με τα έλκη του και τα κουρέλια του, ο πλούσιος καθόταν σε πολυτελή ανάκλιντρα, κι ο πτωχός πεταμένος στη γη. Ο πλούσιος περιβαλλόταν από επίσημους συνδαιτυμόνες, κι ο πτωχολάζαρος από σκυλιά.
Πόσο ανάλγητος αλήθεια ήταν ο πλούσιος! Πόσο κακό του έκανε ο πλούτος! Τον έκανε δούλο στη σάρκα, αδιάφορο για κάθε φτωχό γύρω του. Η πολυτέλεια τον οδήγησε στην αλαζονεία, την κοιλιοδουλία, την ασπλαχνία. Βέβαια η αμαρτία του πλουσίου δεν ήταν τόσο στα ενδύματά του ή στις τροφές του, όσο στο ότι φρόντιζε μόνο για τον εαυτό του. Η παρουσία του Λαζάρου έξω από το σπίτι του ήταν γι’ αυτόν μια διαρκής υπόμνηση και ευκαιρία αγάπης. Πώς μπορούσε ο πλούσιος να βλέπει τον άλλον να λιμοκτονεί και να μένει τόσο ανάλγητος; Αλλά ο πλούσιος της Παραβολής ενδιαφερόταν μόνο για τα πλούτη του. Δεν είχε ανώτερα ιδανικά και αξίες. Από έξω η εμφάνισή του μεγαλόπρεπη, από μέσα όμως η ψυχή του αραχνιασμένη. Από έξω αρώματα, και μέσα δυσωδία. Το σώμα του καλοπερνούσε στις ανέσεις, η ψυχή του όμως αργοπέθαινε μέσα στη φθορά.
Το ίδιο παθαίνουμε οι άνθρωποι, όχι μόνο οι πλούσιοι αλλά όσοι προσκολλώμαστε στα υλικά αγαθά μας, λίγα ή πολλά. Και νομίζουμε πως μ’ αυτά θα ευτυχήσουμε αδιαφορώντας για τους γύρω μας, τους ενδεείς, τους πεινασμένους. Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε σκληραίνει η καρδιά μας, αγριεύει η ψυχή μας. Η προσκόλληση στα υλικά αγαθά είναι μεγάλος πειρασμός για τη ζωή μας. Κινδυνεύουμε όλοι μας.

Δρομολογούμε το μέλλον μας

Η πρώτη σκηνή τελείωσε. Ήταν η σκηνή πάνω στη γη. Στη συνέχεια όμως έχουμε τη δεύτερη σκηνή, επάνω στον ουρανό. Πρώτος πέθανε ο φτωχός. Κανείς ίσως να μην έδωσε σημασία στο θάνατό του. Άγγελοι του Θεού όμως κατήλθαν αμέσως από τα ύψη του ουρανού για να μεταφέρουν την υπομονετική ψυχή του στους κόλπους του Αβραάμ, για να βρει ανάπαυση στον παράδεισο. Πέθανε κάποτε και ο πλούσιος και τάφηκε με μεγαλοπρέπεια. Όμως την ψυχή του δεν την παρέλαβαν άγγελοι του Θεού, αλλά την άρπαξαν με μανία δαίμονες φοβεροί και την οδήγησαν στα ζοφερά σκοτάδια του Άδη. Εκεί τώρα ο πλούσιος υπέφερε φρικτά και άρχισε να κραυγάζει και να παρακαλεί: —Πάτερ Αβραάμ, λυπήσου με. Στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει την άκρη του δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι τυραννιέμαι μέσα σ’ αυτή την ανυπόφορη φωτιά. —Παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου στη γη, κι ο Λάζαρος τα κακά της δυστυχίας του, απάντησε ο Αβραάμ· τώρα όμως εδώ αντιστρέφονται οι ρόλοι, ο Λάζαρος παρηγορείται γι’ αυτά που υπέφερε, εσύ όμως βασανίζεσαι διαρκώς. Και έπειτα ανάμεσά σας υπάρχει μεγάλο χάσμα αδιαπέραστο. Αλλά ο πλούσιος επιμένει: —Στείλε τουλάχιστον τον Λάζαρο στο σπίτι του πατέρα μου να πει στα πέντε αδέλφια μου τι γίνεται εδώ στον άλλον κόσμο, για να προλάβουν να μετανοήσουν και να μην έλθουν κι αυτοί εδώ στην κόλαση. Κι ο Αβραάμ του απάντησε: Έχουν στη γη τα βιβλία του Νόμου και των προφητών που μιλούν γι’ αυτά. —Όχι, πάτερ, συνεχίζει ο πλούσιος, δεν θα υπακούσουν στους προφήτες. Εάν όμως πάει σ’ αυτούς κάποιος από τους πεθαμένους ανθρώπους, θα μετανοήσουν. Ο Αβραάμ όμως έκλεισε το διάλογο λέγοντας: Εάν δεν έχουν καλή διάθεση να υπακούσουν στον Νόμο και τους προφήτες, δεν θα πεισθούν, ακόμη και αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς.
Από την Παραβολή αυτή παίρνουμε όλοι μας ένα μεγάλο δίδαγμα, ότι ο τόπος της αιώνιας κατοικίας μας προσδιορίζεται από τις επίγειες επιλογές μας. Ό,τι κάναμε θα το βρούμε μπροστά μας. Διότι ο καθένας μας προετοιμάζει την ψυχή του για τον αντίστοιχο τόπο. Κι αυτό που έχει μεγάλη σημασία για όλους μας είναι ότι όταν οι άνθρωποι αμαυρώνουμε καθημερινά την ψυχή μας με τις απολαύσεις των αισθήσεων, την καθιστούμε ακατάλληλη για τις ανώτερες πνευματικές απολαύσεις του πνευματικού κόσμου. Πώς να χωρέσει στον Παράδεισο η ψυχή μας, εάν εδώ στη γη ήταν απορροφημένη στην ύλη; Πώς να δοκιμάσει τις απερίγραπτες πνευματικές ηδονές του Παραδείσου μία ψυχή που ξέρει μόνο τις απολαύσεις της σαρκός και έχει περιορίσει την ευτυχία της στα φαγητά, στα γλέντια, στα ρούχα; Πώς να γευθεί τον Παράδεισο μία ψυχή σκληρόκαρδη και άπονη ανάμεσα στις εξαγιασμένες ψυχές τόσων ανθρώπων δοκιμασμένων από τον πόνο και τις θλίψεις της ζωής; Η αιώνια λοιπόν ευτυχία μας ή η ατελεύτητη δυστυχία μας μετά τον θάνατο καθορίζονται από τη διαγωγή που δείχνουμε πριν από τον θάνατό μας. Σήμερα δρομολογούμε το αιώνιο μέλλον μας. Τις επιλογές τις ξέρουμε. Οι προορισμοί ξεκάθαροι. Ας ετοιμαζόμαστε για το αιώνιο ταξίδι μας.