Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Όσιος Ευλόγιος ο διά Χριστόν σαλός (01 Απριλίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Ευλόγιος ο διά Χριστόν σαλός

Βιογραφία
Ο Όσιος Ευλόγιος γεννήθηκε στην Γεωργία και έζησε κατά τους χρόνους της βασίλισσας Ταμάρα (1184 - 1213 μ.Χ.). Επειδή αγαπούσε τον Θεό και την μοναχική πολιτεία, έγινε μοναχός. Ο Θεός ευλόγησε την πνευματική του προσπάθεια και τη σαλότητά του και του χάρισε το προορατικό χάρισμα.

Μαζί με τον Όσιος Ιωάννη τον Φιλόσοφο, ακολούθησε την βασίλισσα Ταμάρα στη μάχη εναντίων του σουλτάνου Ρουκν-εντ-Διν στο Μπασιάνη, το έτος 1203 μ.Χ.

Ο Γεωργιανός στρατός, καθοδηγούμενος από τον βασιλέα Δαβίδ Σοσλάν, έφθασε στο μοναστήρι του Μπάρτζια, όπου οι Όσιοι Ευλόγιος και Ιωάννης, μαζί με την βασίλισσα, προσευχήθηκαν για την νίκη των Χριστιανών. Κατόπιν, οι Γεωργιανές δυνάμεις μεταφέρθηκαν στο Μπασιάνι, όπου βρισκόταν ο σουλτάνος με τον στρατό του, που τον αποτελούσαν 400.000 στρατιώτες. Η βασίλισσα, στην συνοδεία της οποίας ήταν και οι Όσιοι, κατέλυσε κοντά στο χωριό Κόζρχε και εκεί σταμάτησε, ενώ η προσευχή της ήταν αδιάλειπτη.

Μία ημέρα, ενώ οι Όσιοι Ευλόγιος και Ιωάννης ήταν μαζί με την βασίλισσα, ο Όσιος Ευλόγιος κοίταξε ψηλά, μετακινήθηκε από την θέση του και βγήκε από την σκηνή φωνάζοντας: «Ιδού η Χάρη του Κυρίου!» και ανηφόρισε προς την κορυφή ενός λόφου. Ο Όσιος Ιωάννης, που είχε παραμείνει με την βασίλισσα, είπε: «Ο σαλός είχε ένα όραμα και νομίζω ότι ήταν καλό». Φέρνοντας εκ των υστέρων στη μνήμη αυτή την ημέρα και ώρα, προκύπτει ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή οι Γεωργιανοί πολεμιστές είχαν κατατροπώσει τον στρατό του σουλτάνου, που ήταν δέκα φορές μεγαλύτερος.

Ο Όσιος Ευλόγιος κοιμήθηκε με ειρήνη.

Όσιος Ιωάννης ο Φιλόσοφος εκ Γεωργίας (01 Απριλίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Ιωάννης ο Φιλόσοφος εκ Γεωργίας

Βιογραφία
Ο Όσιος Ιωάννης (Σκιαβτέλι) έζησε μεταξύ του 12ου και 13ου αιώνα μ.Χ. στη Γεωργία. Σπούδασε Θεολογία, φιλοσοφία και ιστορία στην ακαδημία του Γελατά (βόρεια Γεωργία). Έπειτα έγινε μοναχός και για πολλά χρόνια ασκήτεψε στο περίφημο μοναστήρι του Μπάρτζια (νότια Γεωργία), σε ένα απομονωμένο κελί. Εκεί ο Όσιος Ιωάννης έζησε μία αυστηρή ασκητική ζωή, συνεχώς αφιερωμένος σε θεολογικές αναζητήσεις διά της προσευχής και εντρύφησε στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Μετά από συνεχείς πνευματικές προσπάθειές του κατόρθωσε να φθάσει σε ένα υψηλό βαθμό πνευματικής τελειώσεως και δέχθηκε το χάρισμα του λόγου, το οποίο φανερώθηκε στην ποιητική του δημιουργικότητα.

Στο μοναστήρι του Μπάρτζια, κατά τα έτη 1210 - 1214 μ.Χ., ο Όσιος Ιωάννης έγραψε μία αξιοσημείωτη ωδή, υπό τον τίτλο «Δούλος Χριστού», στην οποία σκιαγραφείται η εικόνα του Χριστιανού, που είναι πιστός στους Κανόνες της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στο έργο αυτό ο μοναχός αυτοαποκαλείται συχνά περιπλανώμενος και δούλος Χριστού. Μεγάλο μέρος της ωδής αφιερώνεται στον Γεωργιανό αυτοκράτορα Άγιο Δαβίδ Γ', τον Αποκαταστάτη (τιμάται 26 Ιανουαρίου) και στην Γεωργιανή αυτοκράτειρα Ταμάρα τη Μεγάλη (τιμάται 1 Μαΐου και Κυριακή των Μυροφόρων).

Η θεολογική σημασία της ωδής «Δούλος Χριστού», είναι ειδικά εμφανής σε εκείνους τους στίχους, όπου ο ποιητής αφιερώνει προσευχές στο Όνομα της Υπεραγίας Τριάδος για να ευχαριστήσει τη Θεία Παντοδυναμία και τη Θεία Πρόνοια, που χάρισε στους ανθρώπους το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Μιλώντας για την σειρά της δημιουργίας του κόσμου από τον Θεό, ο Όσιος Ιωάννης γράφει, σε αντιστοιχία με τα έργα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, σχετικά με τις Θείες και Εκκλησιαστικές Ιεραρχίες.

Ο Όσιος Ιωάννης κοιμήθηκε σε βαθύ γήρας με ειρήνη.

Όσιος Ευθύμιος Σαυζδαλίας (01 Απριλίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Ευθύμιος Σαυζδαλίας

Ιερά Λείψανα: Το μεγαλύτερο μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκεται στο Ναο του Αγίου Κωνσταντίνου Σούζνταλ.

Βιογραφία
Ο Όσιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός γεννήθηκε το έτος 1316 μ.Χ. στην πόλη Νίζνιυ-Νόβγκοροντ της Ρωσίας, μια μικρή πόλη τοποθετημένη στην συμβολή των ποταμών Βόλγα και Όκα, στο πριγκιπάτο της Σουζδαλίας. Ήταν τα χρόνια του ταταρικού ζυγού και των εσωτερικών πολέμων ανάμεσα στους Ρώσους πρίγκιπες. Ο Όσιος από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την δίψα του για τα γράμματα και την αγάπη του προς τον μοναχικό βίο. Στην παιδική του ηλικία, υπό την καθοδήγηση του εφημέριου του χωριού του, άρχισε να μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει, για να είναι σε θέση να διαβάζει τις θείες Γραφές και τα έργα των Αγίων Πατέρων.

Με το πέρασμα του καιρού, στην ψυχή του νεαρού ωρίμασε η απόφαση να αφιερώσει τελείως την ζωή του στον Θεό. Αναζήτησε, λοιπόν, έναν πνευματικό καθοδηγητή που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην οδό της τελειώσεως. Την πνευματική καθοδήγησή του ανέλαβε ο Άγιος Διονύσιος, μοναχός στη μονή των Σπηλαίων του Νιζνέγκοροντ και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας (15 Οκτωβρίου).

Ο τελευταίος πρίγκιπας της Σουζδαλίας, Μπόρις, το έτος 1351 μ.Χ. αποφάσισε να ιδρύσει στην γενέτειρά του ένα μοναστήρι και για τον σκοπό αυτό επιθυμούσε να λάβει την ευλογία του ηγουμένου της μονής της Αναλήψεως, Αγίου Διονυσίου. Αφού έλαβε την ευλογία, ο πρίγκιπας ζήτησε να του αποστείλουν ένα μοναχό για να επιτηρεί την κατασκευή και την οργάνωση του μοναστηριού. Ο πρίγκιπας επέστρεψε στη Σουζδαλία, με την ευλογία και την υπόσχεση του Αγίου Διονυσίου ότι θα τον βοηθήσει.

Στο μεταξύ, ο Άγιος Διονύσιος επέλεξε ανάμεσα από τους μαθητές του όχι μόνο αυτόν που θα έστελνε στη Σουζδαλία, αλλά και άλλους μοναχούς για να τους στείλει σε άλλα μέρη, ώστε να διακονήσουν την Εκκλησία και τον λαό και να διαδοθεί ο μοναχισμός. Αφού κλήθηκε η αδελφότητα, ο Άγιος Διονύσιος διάλεξε δώδεκα μοναχούς από τους πιο δυνατούς στην πίστη και ζηλωτές και τους απέστειλε σε όλες τις βορειοανατολικές περιοχές της Ρωσίας. Ο Όσιος Ευθύμιος, που ήταν την εκείνη την εποχή τριάντα έξι ετών, ανέλαβε την υποχρέωση αν πάει στη Σουζδαλία, στον πρίγκιπα Μπόρις.

Η κατασκευή του ναού ολοκληρώθηκε το έτος 1352 μ.Χ. και ήταν τόσο περίλαμπρος που προκαλούσε τον θαυμασμό όλων. Ο πρίγκιπας Μπόρις διακόσμησε εικονογραφικά το ναό με δικά του έξοδα. Ο ναός εγκαινιάσθηκε επίσημα, αλλά η κατασκευή του ήταν μονάχα η αρχή του καθήκοντος που είχε ανατεθεί στον Όσιο Ευθύμιο. Πράγματι, απέμενε να κατασκευασθούν τα κελιά για τους μοναχούς, η τραπεζαρία, διάφορα άλλα προσκτίσματα, καθώς και τα τείχη που θα ξεχώριζαν τη μονή από τον λοιπό κόσμο. Μέχρι εκείνη την στιγμή ο Ευθύμιος ήταν ένας απλός μοναχός, αλλά τώρα που θα γινόταν ο πνευματικός οδηγός της μονής, χειροτονήθηκε από τον Επίσκοπο πρώτα διάκονος και έπειτα πρεσβύτερος, για να τοποθετηθεί αργότερα αρχιμανδρίτης της μονής.

Ο πρίγκιπας Μπόρις συνεισέφερε με γενναιοδωρία στην κατασκευή της μονής, δωρίζοντας χρυσό και ασήμι για το επιχρύσωμα των τρούλων του ναού και άλλα υλικά. Ο Όσιος φρόντιζε για το ιερό αυτό έργο με την εργασία, την άσκηση, τα δάκρυα και την αδιάλειπτη προσευχή.

Όσο αυστηρός ήταν με τον εαυτό του, ο Όσιος Ευθύμιος, τόσο φιλεύσπλαχνος ήταν προς τους άλλους. Το μοναστήρι του, τοποθετημένο στα περίχωρα μια μεγάλης πόλεως, που ήταν σταυροδρόμι πολλών οδών, ήταν ανοικτό για όλους. Ο ηγούμενος δεν αρνιόταν ποτέ να βοηθήσει όποιον του το ζητούσε. Ο ξένος εύρισκε κοντά του καταφύγιο, ο φτωχός ελεημοσύνη, ο πεινασμένος τροφή. Η ελεημοσύνη και γενναιοδωρία του σε ορισμένους φαινόταν υπερβολική και έτσι αναγκαζόταν να ελεεί στα κρυφά, για να μην διεγείρει παράπονα εκ μέρους της αδελφότητας και την οδηγήσει σε πειρασμούς. Εξαγόρασε τα χρέη αυτών που δεν είχαν τα μέσα να αποπληρώσουν τους οφειλέτες τους και συχνά χάριζε τα χρέη που άλλοι όφειλαν στη μονή. Εξέθετε τους άδικους και διεφθαρμένους δικαστές, προστατεύοντας από καταχρήσεις όλους όσοι είχαν άδικα καταδικασθεί και παρακαλούσε να συμπεριφέρονται στους αληθινούς εγκληματίες με επιείκεια και φιλευσπλαχνία. Κάθε αμαρτωλός που αναζητούσε την σωτηρία, εύρισκε σε αυτόν τον οδηγό της μετάνοιας. Με την προσευχή του θεράπευε ασθενείς και δίωκε τα δαιμόνια.

Όταν ο Όσιος ένιωσε ότι το τέλος του είναι πλέον κοντά, κάλεσε όλους τους μοναχούς και ευλόγησε τον καθένα ξεχωριστά. Τους εμπιστεύθηκε όλους στα χέρια του Θεού. Τους ασπάσθηκε πατρικά και ζήτησε συγγνώμη από όλους. Στην συνέχεια κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και παράδωσε την ψυχή του στον Άγιο Θεό. Ο Όσιος Ευθύμιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1404 μ.Χ., σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών. Οι μοναχοί ενταφίασαν το ιερό λείψανό του κάτω από τα τείχη του ναού της Μεταμορφώσεως, στο μνήμα που κατά την κατασκευή του ναού, ο Όσιος είχε κτίσει με τα ίδια του τα χέρια.

Μετά την κοίμησή του, ο Όσιος Ευθύμιος συνέχισε να προστατεύει το μοναστήρι, όπως μαρτυρούν τα πολλά θαύματα που έλαβαν χώρα πλησίον του τάφου του. Στις 4 Ιουλίου 1507 μ.Χ., με την ευκαιρία της ανακατασκευής του ναού, τα ιερά λείψανά του βράθηκαν άφθαρτα.

Άγιος Αβραάμιος ο Νεομάρτυρας εκ Βουλγαρίας (0 1 Απριλίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Αβραάμιος ο Νεομάρτυρας εκ Βουλγαρίας

Βιογραφία
Ο Άγιος Νεομάρτυς Αβραάμιος καταγόταν από την Βουλγαρία και ζούσε στην Ρωσία. Αρχικά ήταν Μουσουλμάνος, αλλά όταν άκουσε το κήρυγμα του Ευαγγελίου ασπάσθηκε την Ορθόδοξη πίστη. Ήταν φιλάνθρωπος και ελεήμων προς τους φτωχούς. Στην πόλη Βολγάρα, στις κατώτερες εκβολές του ποταμού Βόλγα, ο Άγιος Αβραάμιος άρχισε να διδάσκει τους συμπατριώτες του για τον αληθινό Θεό. Τότε τον συνέλαβαν και προσπάθησαν να τον εξαναγκάσουν να αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος, όμως, έμεινε σταθερός στην ομολογία της πατρώας ευσέβειας. Έτσι, το έτος 1229 μ.Χ., τεμάχισαν τον Άγιο και έπειτα απέκοψαν την τίμια κεφαλή του. Οι Ρώσοι Χριστιανοί, που ζούσαν στην πόλη, ενταφίασαν το ιερό λείψανο του Αγίου στο χριστιανικό κοιμητήριο.

Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του έγινε στις 6 Μαρτίου του έτους 1230 μ.Χ. από τον μεγάλο πρίγκιπα του Βλαντιμίρ Γεώργιο (τιμάται 4 Φεβρουαρίου), ο οποίος τα εναπέθεσε στον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της μονής Κνυατζινίν.

Όσιος Μακάριος ο ομολογητής ηγούμενος ιεράς Μονής Πελεκητής (01 Απριλίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Μακάριος ο ομολογητής ηγούμενος ιεράς Μονής Πελεκητής

Βιογραφία
Ο Όσιος Μακάριος, κατά κόσμο Χριστόφορος, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 8ου μ.Χ. αιώνα (πιθανότατα το 785 μ.Χ.). Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς του και την ανατροφή του ανέλαβε ένας ευλαβής θείος του, ο οποίος φρόντισε για την κατά Θεόν ανατροφή και εκπαίδευσή του. Επειδή είχε κλίση προς την μοναχική πολιτεία, εγκατέλειψε τον κόσμο και κατέφυγε στη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, την επιλεγόμενη Πελεκητή, στα Τρίγλεια της Προύσσας. Εκεί εκάρη μοναχός και μετονομάσθηκε σε Μακάριο.

Ο νέος μοναχός άρχισε να επιδίδεται στην άσκηση και την προσευχή. Η κατά Θεόν προκοπή του τον ανέδειξε σε ηγούμενο της μονής. Ο Όσιος Μακάριος έγινε πνευματικός πατέρας για όλους, όχι μόνο για τους μοναχούς αλλά και για τους πιστούς που κατέφευγαν προς αυτόν για να τον συμβουλευθούν, να λάβουν την ευχή του και να θεραπευθούν στην ψυχή και το σώμα, αφού ο Άγιος Θεός τον άμειψε με το χάρισμα της θαυματουργίας.

Η φήμη του Οσίου έφθασε μέχρι τον Πατριάρχη Ταράσιο (784 – 806 μ.Χ.) (βλέπε 25 Φεβρουαρίου), ο οποίος έστειλε προς αυτόν τον πατρίκιο Παύλο, που είχε θεραπευθεί παλαιότερα από τον Όσιο, για να κάνει καλά και την γυναίκα του πατρικίου όπως και τον ίδιο. Μετά από αυτό ο Πατριάρχης Ταράσιος μετεκάλεσε τον Όσιο στην Κωνσταντινούπολη και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο.

Όταν ξέσπασε η αίρεση των εικονομάχων στην Εκκλησία επί αυτοκράτορα Λέοντος Ε’ του Αρμενίου (813 – 820 μ.Χ.), ο Όσιος, επειδή ήταν υπερασπιστής της πατρώας ευσέβειας, κλείσθηκε στην φυλακή στην οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του αυτοκράτορα. Τον ελευθέρωσε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Τραυλός (820 – 829 μ.Χ.), διάδοχος του Λέοντος, ο οποίος όμως καθώς δεν κατάφερε να μεταβάλει το ευσεβές φρόνημα του Οσίου υπέρ των αγίων εικόνων, τον εξόρισε στη νήσο Αφουσία, στην θάλασσα του Μαρμαρά. Εκεί ο Όσιος Μακάριος, μέσα σε κακουχίες και στερήσεις, κοιμήθηκε με ειρήνη (περί το 820 μ.Χ.).

Μετά την κοίμηση του Οσίου οι μοναχοί της μονής Πελεκητής ανέδειξαν ηγούμενο τον μοναχό Σέργιο τον Έγκλειστο.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν.
Ἠλιοῦ τοῦ Θεσβίτου, τὸν ζῆλον μιμούμενος, καὶ Βαπτιστοῦ τὰ ἤθη, καὶ λόγον τὸν ἔνθεον, Πάτερ Μακάριε, ἀσεβοῦντας ἤλεγχες βασιλεῖς, καὶ τῇ εὐσεβείᾳ, ἐστήριζες τοὺς πιστούς, διὸ θλίψεσιν ἐξετασθείς, πρὸς Θεὸν ἐνδόξως μεταβέβηκας.

Κοντάκιον
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Μακαρίου σήμερον, τὴν πανσεβάσμιον μνήμην, ἑορτάζει χαίρουσα, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τούτου γάρ, πολλοῖς ἀγῶσι καὶ ἐξορίαις, βλέπεται, πεποικιλμένη σεπταῖς Εἰκόσι, διὰ τοῦτο ἀνακράζει· χαίροις θεόφρον, τῆς εὐσεβείας κρηπίς.

Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Ἐξεπλάγη ὁ δεινός, Λέων τὴν ἔνστασιν τὴν σήν, καὶ ἐμβρόντητος ταῖς σαῖς, γέγονε θείαις διδαχαῖς, πῶς ὁ τὸ σῶμα, σχεδὸν νεκρὸν περιφέρων, ὡς λέων πεποιθώς, πρὸς τὰς βασάνους χωρεῖ, καὶ γλῶσσαν ἀκαλλῇ, ἔχων σοφίζεται, ἐν γνώσει παρὰ ῥήτορας, καὶ τὰ τοῦ νόμου διέξεισι, Μαρτύρων κλέος, εὖχος Δικαίων, ὄντως πέλεις Μακάριε.

Ὁ Οἶκος
Τὸν ἀριστέα τοῦ Χριστοῦ, τὸν πλάνης καθαιρέτην, τὸν πρόμαχον τῆς πίστεως, καὶ στύλον τῆς Ἐκκλησίας, Μακάριον τὸν ἀοίδιμον Ὁμολογητήν, εὐφημῆσαι προθέμενος, γλῶσσάν τε καὶ διάνοιαν, ἐκ Θεοῦ δοθῆναί μοι ἐξαιτῶ, ἐμοῦ γὰρ τὰ χείλη, κωλύει ἡ ἁμαρτία, καὶ πλέκειν ὕμνους οὐκ ἐᾷ, τοῖς τοῦ Κυρίου θεράπουσιν, εἴπερ βδελυκτός, ὁ ἐξ ἁμαρτωλῶν ἔπαινος, ἀλλὰ σὺ Πάτερ, πρὸς Θεὸν μεσίτης μοι φάνηθι, ἵνα μου τὸ στόμα, καὶ τὴν καρδίαν ἁγιάσω, μετὰ πίστεως διηγούμενος, τὰ σὰ ὑπερφυῆ κατορθώματα, δι’ ἃ σοὶ κραυγάζει ἡ Ἐκκλησία· χαίροις θεόφρον, τῆς εὐσεβείας κρηπίς.

Οσία Μαρία η Αιγυπτία (01 Απριλίου)

Αποτέλεσμα εικόνας για Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Βιογραφία
Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου), ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.

Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεως τινός, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.

Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της. Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχᾶς νέων ἀγρεύουσα».

Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου. Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.

Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.

Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταὶς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικῶν ᾀσμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοὶ ἐδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ὡς πολλάκις μὲ χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μείναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».

Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.

Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.

Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Ἀρκεὶν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεὶν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».

Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς (τιμάται 4 Απριλίου), που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.

Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.

Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.

Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.

Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα - το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες - και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίσουσα, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθείσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».

Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».

Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.

Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτω τῷ ἔρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.

Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.

Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.

Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ἠμῶν». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλη σου, ὢ Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».

Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.

Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» να δει «τὸ γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δεῖξον μοί, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῆδε τὴ ἐρήμω κατέκρυψας, δεῖξον μοί, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὐ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τᾶς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολᾶς ὄρασαν κειμένην τὸ σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τὸ τόπω τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τὴ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.

Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.

Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοὶς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι' αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστώτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοὶς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.

Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστῶτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἠμῶν».

Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατὰ δύναμιν» και «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».

Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ' ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ' ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.

Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε' Κυριακή των Νηστειών.


Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τὴ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανῆς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾶ τῷ ἱερῷ, ὠράθης ἐν τὴ ἐρήμω, Μαρία «Ὅσιε Μῆτερ» μεθ' οὐ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβοῦσα γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Μαρία τό πνεῦμά σου.

Κοντάκιον
Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πορνείαις πρότερον, μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστοῦ νύμφη σήμερον, τῇ μετανοίᾳ ἐδείχθης, Ἀγγέλων τήν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα, δαίμονας, Σταυροῦ τῷ ὄπλῳ καταπατοῦσα, διά τοῦτο βασιλείας, ἐφάνης νύμφη Μαρία πάνσεμνε.

«Διορθωθεῖτε ἐσεῖς καί θά διορθωθεῖ καί ὁ ἱερέας»

Αποτέλεσμα εικόνας για «Διορθωθεῖτε ἐσεῖς καί θά διορθωθεῖ καί ὁ ἱερέας»

«ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΠΟΙΜΝΙΟ»
Ἀπό τό βιβλίο «Ἀπάνθισμα Ἐπιστολῶν» - Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου
Μοῦ γράφετε ὅτι εἴχατε ἕναν καλό ἱερέα, ὁ ὁποῖος ὅμως διορίστηκε σέ ἄλλη ἐνορία. Στή θέση του ἦλθε κάποιος πού σᾶς στενοχωρεῖ μέ τήν συμπεριφορά του. 
ποιμενας
Εἶναι ἀπρόσεκτος καί βιαστικός στίς ἀκολουθίες, ἐλαφρός στίς συζητήσεις, ἀμελής καί ἀσαφής στό κήρυγμα.
Μέ ρωτᾶτε πῶς μπορεῖτε ν’ ἀπαλλαγῆτε ἀπ’ αὐτόν τόν πειρασμό.

Μάθετε ὅτι ἐσεῖς φταῖτε γι’ αὐτόν! Δέν ἐκμεταλλευθήκατε τόν καλό ἱερέα καί ὁ Κύριος σᾶς τόν πῆρε.

Σᾶς ρωτῶ: Γίνατε καλύτεροι μέ τόν προηγούμενο καλό ἱερέα; Ἀσφαλῶς δυσκολεύεσθε ν’ ἀπαντήσετε καταφατικά. Κι ἐγώ ἀπό μακρυά θά συμφωνήσω μαζί σας ὅτι δέν γίνατε καλύτεροι, κρίνοντας τήν κριτική πού κάνετε στόν νέο σας ἱερέα, χωρίς νά συγκρατῆτε καθόλου τά ἐναντίον του αἰσθήματά σας.

Πρίν ἀπό τόν καλό ἱερέα εἴχατε καί ἄλλον καλό. Βλέπετε πόσους καλούς ἱερεῖς σᾶς ἔστειλε ὁ Θεός; Καί ὅμως ἐσεῖς μείνατε ἀδιόρθωτοι. Σκέφθηκε λοιπόν ὁ Θεός: Γιατί νά θυσιάζω γι’ αὐτούς τούς ἀδιόρθωτους τούς καλούς μου ἱερεῖς; Θά τούς στείλω ἕναν πού νά τούς ταιριάζει.

Καί σᾶς τόν ἔστειλε!

Θά ἔπρεπε λοιπόν τό συντομώτερο νά κάνετε αὐτοκριτική, νά μετανοούσατε καί νά διορθωνόσασθε.

Ἐσεῖς ὅμως κρίνατε καί κατακρίνατε!

Διορθωθεῖτε ἐσεῖς καί θά διορθωθεῖ καί ὁ ἱερέας.

Διότι τότε θά σκεφτεῖ: Μέ τέτοιους εὐσεβεῖς καί ἐναρέτους πιστούς, πῶς μπορῶ νά συμπεριφέρομαι ἀπρόσεκτα; Πῶς μπορῶ νά λειτουργῶ χωρίς εὐλάβεια; Πῶς μπορῶ ν’ ἀδιαφορῶ γιά τήν πνευματική τους οἰκοδομή;

Ἐάν οἱ ποιμένες εἶναι ἀπρόσεκτοι καί βιαστικοί στίς ἀκολουθίες, καί δέν ἔχουν βάθος στίς συζητήσεις, αὐτό κατά ἕνα μεγάλο μέρος ὀφείλεται στό ὅτι προσαρμόζονται μέ τό ποίμνιο, μέ τούς ἐνορῖτες.

Λέγοντας αὐτά δέν δικαιολογῶ τόν νέο σας ἱερέα. Γι’ αὐτόν δέν ὑπάρχει συγχώρησις, οὔτε ὅταν ἐνεργεῖ παρά τούς κανόνες καί τήν ἐκκλησιαστική τάξη, οὔτε ὅταν ἐνεργεῖ σύμφωνα μέ τό τυπικό ἀλλά χωρίς διάκριση καί προσοχή, σκανδαλίζοντας τούς πιστούς, τίς ψυχές πού τοῦ ἐμπιστεύθηκαν. Ἐδῶ ἁπλῶς λέω γιά σᾶς, τί πρέπει νά κάνετε στήν περίπτωσι αὐτή.

Τό πρῶτο ἤδη σᾶς ἀνέφερα: Μήν κατηγορεῖτε καί μήν κατακρίνετε κανένα, ἀλλά στραφεῖτε στούς ἑαυτούς σας. Διορθωθεῖτε στήν προσευχή, στίς συζητήσεις καί σ’ ὅλη σας τήν διαγωγή.

Προσευχηθεῖτε ἔπειτα ἐγκάρδια, γιά νά διορθώσει ὁ Θεός τόν ἱερέα. Καί θά τόν διορθώσει! Μόνο νά προσεύχεσθε ὅπως πρέπει. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐάν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπί τῆς γῆς περί παντός πράγματος οὗ ἐάν αἰτήσωνται, γεννήσεται αὐτοῖς». (Ματθ. 18.19).

Συγκεντρωθεῖτε λοιπόν ὅσοι πονᾶτε τήν ἐνορία σας καί ἀρχίστε νά προσεύχεσθε γιά τόν ἱερέα. Ἑνῶστε μέ τήν προσευχή τήν νηστεία καί διπλασιάστε τήν ἐλεημοσύνη. Καί αὐτό ὄχι μία ἡμέρα, οὔτε δυό, ἀλλά ἑβδομάδες καί μῆνες καί χρόνο. Κοπιάστε μέ ταπείνωση καί συντριβή, καί ὁπωσδήποτε ἡ προσευχή σας θά φέρει τό ποθητό ἀποτέλεσμα.

Δέν εἶναι πολύς καιρός πού ἄκουσα γιά τήν θαυμαστή ἀμοιβή ἑνός παρόμοιου κόπου. Μία γερόντισσα, ἁπλοϊκή καί πολύ εὐσεβής, πληροφορήθηκε ὅτι κάποιος πού ἐκτιμοῦσε, ἄρχισε σιγά-σιγά νά παρεκκλίνει ἀπό τήν αὐστηρή πνευματική του ζωή καί λυπήθηκε πολύ γι’ αὐτό. Πῆγε λοιπόν στό σπίτι της, κλείσθηκε στό δωμάτιό της καί ἄρχισε γεμάτη πίστη νά προσεύχεται μέ τά ἑξῆς λόγια: «Κύριε, δέν θά σηκωθῶ ἀπ’ αὐτή τήν θέση, δέν θά βάλω ψίχουλο στό στόμα μου, δέν θά πιῶ σταγόνα νερό, δέν θά κλείσω νυσταγμένη τά μάτια μου, ἕως ὅτου μ’ ἀκούσεις καί ἐπαναφέρεις τόν ἄνθρωπο αὐτόν στήν προηγούμενη τακτική του».

Καταπονοῦσε δηλαδή τόν ἑαυτό της καί μέ δάκρυα, ἱκέτευε τόν Κύριο νά τήν ἀκούσει. Καί ὅταν οἱ λιγοστές δυνάμεις της ἄρχισαν νά τήν ἐγκαταλείπουν, αὐτή ἐπέμενε: «Καί νά πεθαίνω, δέν θά ὑποχωρήσω, ἕως ὅτου μ ἀκούσει ὁ Κύριος».

Τό ἀποτέλεσμα μιᾶς τόσο θερμῆς καί ζωντανῆς προσευχῆς δέν ἄργησε νά ἔλθῃ. Ἔλαβε ἐσωτερική πληροφορία ὅτι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖον προσευχόταν διορθώθηκε. Ἄρχισε νά συμπεριφέρεται καί νά σκέπτεται καί ν’ ἀγωνίζεται ὅπως καί πρίν. Ἔτρεξε νά τό διαπιστώσῃ ἡ ἴδια καί χάρηκε πολύ. Δέν εἶχαν τέλος τότε τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης της στόν Θεό.

Νά τί εἶδος προσευχῆς ὀφείλετε νά κάνετε. Ἄν ὄχι στήν μορφή, γιατί γιά σᾶς μπορεῖ νά μήν εἶναι εὔκολο, τουλάχιστον στήν ζέση τῆς καρδιᾶς, στήν αὐτοθυσία, στήν ἐπιμονή καί στήν καρτερία. Καί ὁπωσδήποτε ὁ Κύριος θ’ ἀνταποκριθεῖ. Θά χαρεῖτε αὐτό πού ποθεῖτε.

Ἐάν ὅμως ἀρκεσθῆτε, εἴτε στό σπίτι, εἴτε στήν Ἐκκλησία, εἴτε στόν δρόμο, νά πῆτε χωρίς πόνο καί συντριβή, ἕνα ξερό καί ἀδιάφορο «Κύριε, βοήθησε τόν παπᾶ μας νά διορθωθῇ», τί εἴδους καρπό περιμένετε ἀπό μία τέτοια ψυχρή προσευχή; Αὐτή δέν εἶναι προσευχή, ἀλλά μία ἀργολογία.

Κυρίως ἤθελα νά σᾶς τονίσω τό προηγούμενο μέτρο, πού πρέπει νά λάβετε. Θά προσθέσω ἀκόμη ἕνα. Γιά νά τό ἐφαρμόσῃ ὅμως κανείς ἀποδοτικά καί νά φέρῃ ἀνάλογο ἀποτέλεσμα, πρέπει νά κοπιάσῃ ἀρκετά:

Θά μπορούσατε ἐσεῖς οἱ καλοπροαίρετοι, πού χαίρετε κάποιας τιμῆς, νά πλησιάσετε τόν ἱερέα καί νά τόν παρακαλέσετε ν’ ἀλλάξῃ ἐκεῖνες τίς συγκεκριμένες ἐκδηλώσεις, πού σᾶς ταράζουν καί σᾶς σκανδαλίζουν;

Ἡ ἐνέργεια αὐτή δέν φαίνεται νά ἔχῃ καμμιά δυσκολία. Ἔχει ὅμως πολλή δυσκολία προκειμένου νά γίνῃ μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε νά φέρῃ καρπό. Θά πρέπει τότε καί τό βλέμμα σας καί τό ὕφος καί ὁ τόνος τῆς φωνῆς, δηλαδή ὄχι μόνο τό περιεχόμενο τῶν λόγων, ἀλλά καί ὁ τρόπος ἐκφράσεώς τους, νά ἐκδηλώνουν τήν θερμή καί ἀληθινή ἀγάπη.

Τότε μποροῦμε νά ἐλπίζουμε ὅτι αὐτή ἡ προσπάθεια θά φέρῃ τό ποθούμενο ἀποτέλεσμα. Χωρίς ὅμως αὐτόν τόν τρόπο καλύτερα νά μήν ἐπιχειρήσῃ κανείς οὔτε ἕνα βῆμα, γιατί θά προκύψει χειρότερο ἀποτέλεσμα. Θά δημιουργηθεῖ διάστασις, πού εἶναι τό πλέον ὀδυνηρό στίς σχέσεις ποιμένος καί ποιμνίου.

Ἵσως νά εἶναι εὐκολώτερο νά τοῦ τά γράψῃ κανείς μέ πολλή ἀγάπη καί ταπείνωση. Ἀλλά πάλι τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι ἀβέβαιο. Μπορεῖ καί μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐπίσης νά ἔχουμε μία καταστρεπτική ἀποτυχία. Νά γιατί δέν ἀποφασίζω νά σᾶς προτρέψω σέ κάτι τέτοιο.

Σέ ὅλες μας τίς ἐνέργειες παίζουν σοβαρώτατο ρόλο οἱ προϋπόθεσεις μέ τίς ὁποῖες ξεκινᾶμε. Τό νά συζητήσῃ κανείς μέ τόν ἱερέα σας ἤ νά τοῦ γράψῃ μέ τόν πιό εὐγενικό τρόπο, μπορεῖ εὔκολα νά τό κάνῃ. Γιά νά πετύχῃ ὅμως τόν σκοπό του δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ εὐγένεια. Ἡ εὐγένεια χωρίς τήν ἀγάπη εἶναι κεντρί πού πληγώνει. Νομίζω ὅτι οἱ ἄνθρωποι σέ μερικές περιπτώσεις συμπεριφέρονται ἔτσι καί χωρίς ἔλεγχο συνειδήσεως γιά τό ἀρνητικό ἀποτέλεσμα τῶν προσπαθειῶν τους, διαλαλοῦν: «Κάναμε ὅ,τι μπορούσαμε»! Καλύτερα ὅμως θά ἦταν νά μήν ἔκαναν τίποτε!

Δέν μπορῶ ἐγώ νά σᾶς συστήσω τίποτε περισσότερο ἀπό αὐτά, παρά μόνο νά κάνετε ὑπομονή. Ὑπάρχουν βέβαια καί διοικητικά μέσα, ἀναφορές στήν Μητρόπολη κ. τ. λ. ἀλλά προτιμῶ νά μή φθάσετε ἕως ἐκεῖ. Ἄς ἐφαρμόσετε τά ἠπιώτερα μέσα πού σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ
Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή.
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
Πηγή: hristospanagia3 - makkavaios

Ἡ ὑπερβολή στή νηστεία καί ἡ λαιμαργία ἔχουν τό ἴδιο ἀποτέλεσμα

 

"Ας αγωνιστούμε λοιπόν με όλη τη δύναμη να αποκτήσουμε, με τη βοήθεια της αρετής της ταπείνωσης, την αρετή της διάκρισης, το οποίο θα μας προφυλάσσει από τις ακρότητες. Όλοι έχουμε ακούσει το ρητό που λέει: 

"Μεταξύ των δύο άκρων υπάρχει η μέση οδός". Η υπερβολή στη νηστεία και η λαιμαργία έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.
Οι συνεχείς αγρυπνίες δεν είναι λιγότερο καταστροφικές από τη νωθρότητα και τον άμετρο ύπνο. Οι υπερβολικές στερήσεις σίγουρα, εξασθενούν τον άνθρωπο και τον οδηγούν στην κατάσταση εκείνη , όπου λιμνάζουν η αμέλεια και η αθυμία.
Έχω δει πάρα πολλές φορές μοναχούς, οι οποίοι δεν υποχώρησαν στο πάθος της γαστριμαργίας, να καταβάλλονται από την υπερβολική νηστεία. Το πάθος της λαιμαργίας που είχαν νικήσει, πήρε την εκδίκησή του από την εξασθένιση του οργανισμού τους. Άλλοι έπεσαν, γιατί επιδόθηκαν σε άμετρες αγρυπνίες και παρατεταμένα ξενύχτια και έφθασαν στο σημείο να μην μπορούν στο τέλος να κλείσουν μάτι.
Ας κρατήσουμε λοιπόν το μέτρο, με την καθοδήγηση της διάκρισης και σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου: " Με τα όπλα της σωτηρίας τα επιθετικά και τα αμυντικά" (Β' Κορ. 6,7). 
Ας ψάξουμε να βρούμε τη μέση οδό και να μην ξεστρατίσουμε ποτέ απ' αυτή. Να μην εγκρατευόμαστε περισσότερο από εκείνο που μας παρέδωσαν οι Πατέρες, για να μην πέσουμε, από τη μια άκρη στην άλλη. Δηλαδή, από την ολέθρια χαλαρότητα στην κακή επιθυμία, στη λαιμαργία και στην ακράτεια"
Αββά Κασσιανού, Β΄Συνομιλία με τον αββά Μωϋσή, εκδ. "Ετοιμασία".

Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία, όχι όταν την εξομολογείσαι


Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου 
«Αν έχεις αμαρτίες, να μην απελπιστείς, αυτά δεν παύω να σας τα λέω συνεχώς, και αν κάθε μέρα αμαρτάνεις, να μετανοείς καθημερινά.

Γιατί η μετάνοια είναι το φάρμακο κατά των αμαρτημάτων είναι η προς τον Θεόν παρρησία, είναι όπλο κατά του διαβόλου, είναι η μάχαιρα πού του κόβει το κεφάλι, είναι ηελπίδα της σωτηρίας, είναι η αναίρεση της απογνώσεως.

Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. Γι' αυτό (σου λέω), είσαι αμαρτωλός; μην απελπίζεσαι. Ίσως βέβαια αναλογιστείς. Μα τόσα έχω ακούσει στην Εκκλησία και δεν τα ετήρησα. Πώς να εισέλθω και πάλι και πώς και πάλι να ακούσω; Μα γι' αυτό ακριβώς πρέπει να εισέλθεις , επειδή, όσα άκουσες δεν τα ετήρησες.

Να τα ξανακούσεις, λοιπόν, και να τα τηρήσεις. Εάν ο ιατρός σου βάλει φάρμακο στην πληγή σου και παρά ταύτα δεν καθαρίσει, την επομένη ημέρα δεν θα σου ξαναβάλει πάλι;
Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, να ξαναέλθεις στην Εκκλησία. Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία. Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο.

Αν, λοιπόν, έχεις παλιώσει σήμερα από την αμαρτία, να ανακαινίσεις τον εαυτό σου με τη μετάνοια. Και είναι δυνατό, μπορεί να πει κανείς να σωθώ, αφού μετανοήσω; Και βέβαια είναι. Μα, όλη τη ζωή μου την πέρασα μέσα στις αμαρτίες, και εάν μετανοήσω θα βρω τη σωτηρία; Και βέβαια.
Από που γίνεται αυτό φανερό;Από τη φιλανθρωπία του Κυρίου σου…Γιατί η φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει μέτρο.Και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με λόγια η πατρική Του αγαθότητα.
Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να φανεί; Όση σχέση έχει, λοιπόν, μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα.

Η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απεριόριστη.Γι' αυτό σου επαναλαμβάνω.Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπίζεσαι».

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ὅταν χαθῆ ἡ αἰδὼς ἀπὸ τὶς γυναῖκες, τότε εἶναι κοντὰ ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως»


Μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἄρτι γάρ ἀνθρώπους πείθω ἤ τόν Θεόν; ἤ ζητῶ ἀνθρώπους ἀρέσκειν; εἰ γάρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἄν ἤμην» (Γαλ. α´ 10). Δηλαδή, τώρα προσπαθῶ νά πείθω τούς ἀνθρώπους ἤ τόν Θεόν;

Ἤ μήπως ζητῶ νά ἀρέσω στούς ἀνθρώπους; Ὄχι, διότι, ἐάν ἀκόμη καί τώρα ἐπεδίωκα νά ἀρέσω στούς ἀνθρώπους, δέν θά ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ. Καί στήν Α´ πρός Τιμόθεον Ἐπιστολή λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Θέλω οἱ γυναῖκες νά προσεύχωνται μέ ἐνδυμασία σεμνή.
Νά στολίζουν τόν ἑαυτό τους μέ αἴσθημα ἐντροπῆς καί σωφροσύνης» (Α´ Τιμ. β´ 9-10).
Καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης λέγει ὅτι: «Ἀρώματα τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ πίστις καί ἡ συνείδησις, διότι αὐτή εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Χριστοῦ». Ἐπίσης στήν Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε: «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρός ἐπί γυναικί, οὐδέ μή ἐνδύσηται ἀνήρ στολήν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτερονόμιον, κβ´ 5).
Δηλαδή, δέν ἐπιτρέπεται στήν γυναῖκα νά φορᾶ ἀνδρικά ροῦχα, οὔτε στόν ἄνδρα νά φορᾶ γυναικεῖα ροῦχα, διότι κάθε ἕνας πού κάνει αὐτά εἶναι σιχαμερός ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.
Τό σῶμα μας εἶναι ναός τῆς ψυχῆς μας καί πρέπει νά τό φροντίζουμε. Ὅμως πολλές φορές ἐπηρεασμένοι ἀπό τά πάθη μας καί τίς ἀδυναμίες μας στολίζουμε τό σῶμα μας, κυρίως οἱ γυναῖκες, μέ διάφορα στολίδια, δακτυλίδια, σκουλαρίκια κ.λπ.
Αὐτό ὅμως σημαίνει ὅτι ὑπάρ- χει μέσα μας ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, εἶναι ἡ πρώτη θυγατέρα τοῦ διαβόλου. Τά καλύτερα στολίδια εἶναι οἱ ἀρετές, οἱ ὁποῖες βοηθοῦν νά γίνουμε ἀρεστοί καί ἀγαπητοί στόν Θεό.

Ἀπό τόν βίο τοῦ Ὁσίου Πέτρου (1/2) διαβάζουμε γιά τόν Ὅσιο τά ἑξῆς: Κάποτε ὁ Ὅσιος μέ θαῦμα γιάτρεψε τήν ἄρρωστη μητέρα τοῦ Θεοδωρήτου Ἐπισκόπου Κύρου.
Ὁ Ἅγιος Θεοδώρητος ἔγραψε καί τόν βίο τοῦ Ὁσίου Πέτρου καί μάλιστα προσθέτει τό ἑξῆς περιστατικό. Ὁ Ὅσιος, λέγει, δέν γιάτρεψε μόνο τό σῶμα τῆς μητέρας του, ἀλλά καί τήν ψυχή.
Διότι ἡ μητέρα του στολιζόταν μέ διάφορα χρυσά καί μεταξωτά, περιδέραια κ.λπ. Ὁ Ὅσιος μέ ἕνα πολύ σοφό παράδειγμα, τήν ἔπεισε νά τά ἀπορρίψη ὅλα αὐτά λέγοντας τά ἑξῆς.
Ὅπως κάποιος ἄριστος ζωγράφος, ὅταν κατασκευάση μέ μεγάλη τέχνη κάποια εἰκόνα, καί δῆ κάποιον ἄλλον ἄτεχνο ζωγράφο νά βάλη ἄλλα χρώματα σέ αὐτήν ὀργίζεται, ἔτσι καί ὁ Πλάστης καί ζωγράφος Θεός ὀργίζεται, ὅταν οἱ γυναῖκες (τώρα τελευταῖα καί οἱ ἄνδρες) βάζουν φτιασίδια καί στολίζουν τό σῶμα τους μέ τά μάταια καί σιχαμερά στολίδια. Διότι κατά αὐτόν τόν τρόπο κατηγοροῦν τόν Θεό ὅτι εἶναι ἀμαθής καί ἄτεχνος καί δέν γνώριζε νά τίς δημιουργήση ὄμορφες καί ὡραῖες.
Καί δέν σκέπτονται ὅτι ὁ Θεός κάνει ὅλα ὅσα θέλει, γνωρίζοντας ὅμως τό συμφέρον, δέν δίνει σέ ὅλους καί σέ ὅλες αὐτό πού θά ἀποβῆ βλαβερό στίς ψυχές τους, καθώς τέτοιο εἶναι καί τό σωματικό κάλλος.

Ὁ μακαριστός Γέροντας π. Φιλόθεος Ζερβάκος ἔλεγε: Τί νὰ πῶ καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες; Δὲν ἔχουν ἄλλο στὸ νοῦ τους παρὰ πῶς νὰ στολιστοῦν. Συναγωνίζονται ποιὰ θὰ ξεπεράση τὴν ἄλλη στὸ στολισμό.
Τί νὰ πῶ καὶ γιὰ τὴν ἄσεμνη ἐνδυμασία, τὴν ὁποία ὁ ἐφευρέτης τῆς κακίας διάβολος δίδαξε τὶς γυναῖκες, νὰ ντύνονται δηλ. μὲ γυμνὰ χέρια, μὲ γυμνὰ στήθη, μὲ γυμνὰ ποδάρια; Ἀλίμονο, ἀλίμονο! Πῶς δὲν ντρέπονται οἱ γυναῖκες τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν;
Οἱ τσιγγάνες καὶ οἱ Τουρκάλες ντύνωνται κόσμια, γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίζουν τοὺς ἄντρες, ἐνῶ οἱ Ἑλληνίδες καὶ Χριστιανὲς γυναῖκες, ποὺ ἔχουν παράδοση ἀπὸ τὸ Χριστό, ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες νὰ ντύνονται σεμνά, ἔφτασαν σὲ τέλεια παραφροσύνη μὲ τὸν τρόπο ποὺ ντύνωνται!
Οἱ πατέρες καὶ οἱ μητέρες νὰ εἶναι οἱ ἴδιοι τὸ καλὸ παράδειγμα καὶ νὰ μὴ ἀφήνουν τὰ παιδιὰ τους – συμβουλεύοντάς τα μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ – νὰ ντύνωνται ἔτσι ἄσεμνα. Καὶ οἱ ἄντρες νὰ ἀποτρέψουν τὶς γυναῖκες τους ἀπὸ τὸ ἄσεμνο ντύσιμο, γιατί θὰ δώσουν λόγο τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ὅσες γυναῖκες εἰσέρχονται στὸ Ναὸ τοῦ Θεοῦ γυμνὲς καὶ ἀδιάντροπες, κάνουν τὸ θέλημα τοῦ διαβόλου.
Σὲ ἕνα ἀρχαῖο βιβλίο, ποὺ βρῆκα πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, διάβασα μεταξὺ ἄλλων ὅτι, ὅταν ρώτησαν οἱ Μαθητὲς τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, πότε θὰ γίνουν στὸν κόσμο τὰ φοβερὰ σημεῖα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὁπότε θὰ παγώση ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν καὶ θὰ χαθῆ ἡ πίστη, ὁ Κύριος τοὺς εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ: «ὅταν οἱ γυναῖκες γίνουν ἄνδρες καὶ οἱ ἄνδρες γυναῖκες».
Καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅταν τὸν ρώτησαν κάποιοι φιλόχριστοι ἄνθρωποι πότε θὰ γίνη ἡ Δευτέρα Παρουσία, τοὺς ἀπάντησε: «Ὅταν χαθῆ ἡ αἰδὼς ἀπὸ τὶς γυναῖκες, τότε εἶναι κοντὰ ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως».
Οἱ προφητεῖες αὐτὲς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ἄλλων Προφητῶν, Ἀποστόλων, Ἁγίων Πατέρων, τὶς ὁποῖες ἀνέφερα προηγουμένως στὸ λόγο μου, ἐκπληρώνονται σήμερα κατὰ γράμμα. Σὰν πατέρας πνευματικὸς ἔχω καθῆκον καὶ εὐθύνη νὰ συμβουλεύω τὰ παιδιά μου.
Σὲ συμβουλεύω λοιπόν, στὸ ἑξῆς νὰ πάψης νὰ βάφης τὰ χείλη σου, τὰ νύχια σου ἢ καὶ τὸ πρόσωπό σου, καὶ νὰ μένης ὅπως σὲ ἔπλασε ὁ Θεός. Μὴ θέλεις νὰ φαίνεσαι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ Θεὸ· διότι, ὅταν βάφεσαι μὲ κόκκινες μπογιὲς, ὑβρίζεις τὸ Θεό.
Εἶναι σὰν νὰ λὲς ὅτι «Ὁ Θεὸς δὲν ἤξερε ἢ δὲν μποροῦσε νὰ μὲ κάνη μὲ κόκκινα χείλη ἢ νύχια· καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνη ὁ Θεός, τὸ κάνω ἐγώ, γιὰ νὰ φαίνωμαι ὡραία καὶ νὰ μὲ θαυμάζουν καὶ ἐκτιμοῦν οἱ τρελλοὶ ἄντρες καὶ οἱ τρελλὲς γυναῖκες καὶ νὰ μὲ λένε πὼς εἶμαι «τοῦ κόσμου γυναῖκα», συγχρονισμένη καὶ ὄχι ὀπισθοδρομική».
Ἔτσι ὅμως λυπεῖς τὸ Θεὸ καὶ ἐμένα, τὸν πνευματικό σου πατέρα, καὶ ὅλους τοὺς συνετοὺς καὶ θεοφοβούμενους ἀνθρώπους, καὶ χαροποιεῖς τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀνόητους ἀνθρώπους, ἄντρες καὶ γυναῖκες. Λοιπόν, ἂν ἀγαπᾶς καὶ φοβᾶσαι τὸ Θεό, ἂν σέβεσαι κι ἐμένα, τὸν πνευματικό σου πατέρα, ἀπὸ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πάρεις τὸ γράμμα μου, νὰ πάψης νὰ βάφεσαι. Καὶ νὰ στολίζης στὸ ἑξῆς τὴν ψυχή σου μὲ ταπείνωση, μὲ σεμνότητα καὶ μὲ ἀρετές.
Τότε θὰ χαίρεται καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ Ἄγγελοι καὶ ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι, καὶ θὰ σὲ προστατέψουν καὶ θὰ σὲ ἀξιώσουν νὰ εἰσέλθης στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἐάν, ὅμως, ἀκολουθήσης τὸ συρμὸ καὶ τὶς μόδες καὶ τὶς συγχρονισμένες γυναῖκες, ὅπως τώρα ποὺ τὶς μιμεῖσαι στὰ βαψίματα, θὰ τὶς μι- μηθῆς καὶ στὸ τσιγάρο καὶ στὴ χαρτοπαιξία καὶ στὰ ἄλλα, ποὺ εἶναι αἰσχρὸ καί νὰ τὰ λέη κανείς.

Γιατί ο Χριστός έχει πολλά ονόματα;


«Ο Kύριος έχει πολλά ονόματα.
Και Πατέρας ονομάζεται, 
και Οδός ονομάζεται, 
και Ζωή ονομάζεται, 

και Φως ονομάζεται, 
και Βραχίονας ονομάζεται, 
και Εξιλέωση ονομάζεται, 
και Θεμέλιο ονομάζεται, 
και Θύρα ονομάζεται,
και Αναμάρτητος ονομάζεται, 
και Θησαυρός ονομάζεται, 
και Kύριος ονομάζεται, 
και Θεός ονομάζεται, 
και Yιός ονομάζεται, 
και Μονογενής ονομάζεται, 
και μορφή Θεού και εικόνα Θεού ονομάζεται. 
Mήπως αρκεί ένα όνομα να παραστήσει το όλον; Kαθόλου! 
Aλλά γι’ αυτό υπάρχουν άπειρα ονόματα, για να μάθουμε κάτι για το Θεό, έστω και μικρό»
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Η ψυχολογία της «βαρεμάρας» και το νόημα της ζωής


Μήπως βαριέσαι; Πλήττεις συχνά με όλα & με όλους; Αναρωτιέσαι τι νόημα έχει η ζωή για σένα; Θες να μάθεις γιατί συχνά νιώθεις καταδικασμένος σε βαρεμάρα κι απόγνωση;

Γιατί έμαθες να βλέπεις τον έρωτα μόνο ως συναισθηματική έξαρση, ως πόθο και ανάγκη για πλησίασμα ενός ατόμου -συνήθως- του άλλου φύλου. Και σ’ αυτόν τον έρωτα στήριξες την ελπίδα σου για ολοκληρωτική αναζωογόνηση του εαυτού σου, που, κατά τα’ άλλα, κοιμάται όρθιος… Αυτός ο «έρωτας» είναι μια μόνο εκδοχή Έρωτα. Πριν φτάσεις σ’ αυτήν, Αναρωτήθηκες εάν και πόσο έχεις ερωτευθεί τον εαυτό σου:
Όπως τον ανακαλύπτει για πρώτη φορά και ερωτεύεται το βρέφος την αντανάκλασή του μέσα στο βλέμμα της μητέρας του. Όπως το μικρό παιδί χαίρεται κι ενθουσιάζεται, χωρίς -να βλέπουμε εμείς οι μεγάλοι- κάποιο επαρκή λόγο για χαρά κι ενθουσιασμό. Όπως το γατάκι παίζει για ώρες κυνηγώντας την ουρά του. Όπως τ’ αγοράκια μαλλιοτραβιούνται και κλωτσιούνται με «λύσσα» στο προαύλιο του σχολείου, και σε δύο λεπτά αγκαλιάζονται και τρέχουν να παίξουν μπάλα μαζί. Όπως ο αγνός πιστός στέκει για ώρα με στυλωμένο το βλέμμα του στο εικόνισμα, αντικρίζοντας με ερωτικό πόθο το αληθινό του πρόσωπο σ’ αυτό του Χριστού.

Αν δεν ερωτευθείς το κάθε ίχνος ζωής μέσα σου, άδικα θα ψάχνεις τον «μεγάλο έρωτα» στις διάφορες γνωριμιές σου. Μάταια θα αναρωτιέσαι «γιατί και σήμερα βαριέμαι;» Ατελέσφορα θα ψάχνεις το φταίξιμο στην μάνα σου, τον σύζυγο ή τον σύντροφό σου, στις φίλες και στην κακή σχέση με τον εργοδότη σου.
Αν δεν ξεχάσεις, σαν ένα κακό αστείο, το κουστούμι της σοβαρότητας που σου φόρεσαν, και δεν δεις την κάθε σου μέρα σαν αυτό που είναι: ένα παιχνίδι που «δικαιώνει» τους παίκτες μόνο επειδή εμψύχως παίζουν, τότε αυτό που τόσο παρεξηγημένα θεωρείς «ενήλικο» εαυτό, θα συνεχίσει να σε προδίδει, να σε καταποντίζει στο αδιέξοδο της «πετυχημένης» ζωής σου…
Ο φόβος σου θα δικαιώνεται, και η αγάπη θα καταντάει μια ακόμη ρομαντική λέξη, ανάμεσα στις άλλες, στο ερμηνευτικό του Μπαμπινιώτη.
Η «βαρεμάρα» έχει παρόμοιες ρίζες με την κατάθλιψη. Είναι η κακή, η προβληματική διαχείριση της ψυχικής σου ενέργειας. Η άστοχη κι επιζήμια χρησιμοποίηση του προσωπικού σου χρόνου. Η ανεπίγνωστη υποταγή σου στην τάση σου για αυτοκαταστροφή. Η ενδοτική συνεξάρτησή σου με το πάθος της ήττας, που μέσα σου έχει ταυτισθεί με την συνήθεια. Μα, πάνω απ’ όλα, είναι ο φόβος σου για την ερωτική διάσταση της ύπαρξής σου, και της ζωής στο σύνολό της.
Δεν σε κουράζει ο άλλος –όπως πιστεύεις-, ούτε η σχέση σου μαζί του. Βαριέσαι μόνο τον εαυτό σου. Αν και συνήθως δεν έχεις επίγνωση αυτού, πλήττεις με την επιλογή σου να μην είσαι αυθεντικός, να μην λες ούτε να ζητάς αυτό που εννοείς και θέλεις.
Επιδιώκοντας να γίνεις κάτι που δεν είσαι πραγματικά, δεν βλέπεις, επομένως και δεν διεκδικείς, ούτε αποκαλύπτεις αυτό που σήμερα είσαι. Περιμένεις απ’ τον χρόνο, από την κάθε μέρα σου να κυλίσει, λες και είναι βάρος απ’ το οποίο περιμένεις με ανακούφιση να απαλλαγείς.
Διστάζεις, λες και έχεις κάτι σημαντικό να χάσεις αν τολμήσεις. Λες και δεν ξέρεις πως το μόνο που χάνεις είναι ευκαιρίες. Αξιολογείς κάθε σκέψη, λόγο και πράξη σου, όχι από σωφροσύνη, αλλά επειδή φοβάσαι μήπως ο κατακριτέος από σένα αυθορμητισμός σου αποκαθηλώσει τον γυάλινο «ανδριάντα» σου που ο ίδιος έστησες, προβάλλοντας στους άλλους την ανάγκη σου να υπερ-ελέγχεις τον εαυτό σου.
«Ζυγίζεις» την κάθε λέξη, φράση και πράξη σου με κριτήριο το αντίκρισμα που πιστεύεις πως έχουν στην γνώμη των άλλων, λες και γνωρίζεις από μέσα τις εσωτερικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στις ψυχές τους, και τα κίνητρά τους. Λες και οι «άλλοι» θα αποφανθούν εάν έζησες στο τέλος της ζωής σου.
Προτιμάς την ανία και την πλήξη, αφού αυτές δεν διασαλεύουν τον θάνατο που επέλεξες να υπηρετήσεις. Δεν υπονομεύουν την ασφάλειά σου. Μαζί τους, δεν ρισκάρεις να εκτεθείς, ούτε να ζήσεις.
Το μόνο όμως που αδιαφιλονίκητα σου ζητάει η ψυχή σου είναι να είσαι αυθεντικός. Δεν την νοιάζει καθόλου αν είσαι «καλός», «αγαπητός», «αποτελεσματικός», ή «επαρκής». Εκείνη γνωρίζει πως η δέσμευση σου στην υπηρεσία της αυθεντικότητας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να δειχτείς απροϋπόθετα επιθυμητός, επαρκής, και αξιόπιστος.
Αναρωτιέσαι ποιο είναι τελικά το «αντίδοτο» σ’ αυτήν την κατάσταση;
Δες χωρίς περιστροφές όλο σου το σκοτάδι στην ψυχαναγκαστική επιδίωξη της ασφάλειας σου, λαχτάρησε την αυτό-παράδοση, όπως ο ασθενής το φάρμακο που θα τον θεραπεύσει, θυμήσου πως, πίσω και πάνω απ’ όλα, είσαι παιδί και πως όλα -επειδή είναι πολύ σοβαρά- είναι παιχνίδι…! Στις παραπάνω επιγνώσεις και στην απόφαση για υλοποίησή τους θα σε βοηθήσει η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία.
Μόνο όταν αρχίζεις να αντιμετωπίζεις την ζωή ως μια απέραντη «αλάνα με παιχνίδια» και τον εαυτό σου ως «μικρό παιχνιδιάρη εξερευνητή» & παιχνίδι μαζί, θα μπορείς να πεις στο τέλος πως όλα «άξιζαν τον κόπο»…
Δρ. Γρηγόρης Βασιλειάδης, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Δυστυχισμένος ο άνθρωπος που γνωρίζει όλες τις επιστήμες, δεν γνωρίζει όμως τον Θεό


Είπε Γέρων:
Μην σκανδαλίζεστε όταν ακούτε αυτά που λένε κατά της πίστεως. Αφού αυτοί που τα λένε δεν καταλαβαίνουν την ουσία της…
Ε­σείς να θυμάστε πάντα την βασική αρχή που γνώριζαν πολύ καλά οι πρώτοι χριστιανοί.
Αυτοί θεωρούσαν δυστυχισμένο τον άνθρωπο που γνωρίζει όλες τις επιστήμες, δεν γνωρίζει όμως τον Θεό.
Και αντίθετα θεωρούσαν μακάριο αυτόν που γνωρίζει τον Θεό, έστω και να μην γνώ­ριζε απολύτως τίποτα από τα ανθρώπινα.

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης: «Νά προσεύχεσαι γιά τήν σωτηρία τών άλλων, όπως προσεύχεσαι γιά τήν προσωπική σου σωτηρία»

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης

«Νά δέεσαι στήν προσευχή σου όχι μόνο για τον εαυτό σου, άλλα καί γιά όλους τούς πιστούς, γιά όλο τό σώμα τής Εκκλησίας.

Μάλλον νά μή ξεχωρίζης τον εαυτό σου άπό τούς υπολοίπους πιστούς.
Νά βρίσκεσαι σέ πνευματική ενότητα μαζί τους, σάν μέλος του μεγάλου σώματος της Εκκλησίας.

Ο Ουράνιος Πατέρας θά σέ γεμίση τότε μέ ειρήνη καί μέ ευφροσύνη.

Η προσευχή γιά τούς άλλους είναι ωφέλιμη καί στον ίδιο τον προσευχόμενο.

Καθαρίζει τήν καρδιά του, ενισχύει τήν πίστι καί τήν ελπίδα.

Θερμαίνει τήν αγάπη προς τον Θεό καί τον πλησίον.

Νά προσεύχεσαι γιά τήν άφεσι τών αμαρτιών τών άλλων, όπως προσεύχεσαι γιά τήν άφεσι τών δικών σου αμαρτιών.

Νά προσεύχεσαι γιά τήν σωτηρία τών άλλων, όπως προσεύχεσαι γιά τήν προσωπική σου σωτηρία.

Θά σου χαρίση τότε ό Κύριος πλούσια τά πνευματικά δώρα, δώρα του Aγ. Πνεύματος, πού αναπαύεται στήν ψυχή, η οποία ένδιαφέρεται γιά τήν σωτηρία τών άλλων».

Χριστιανοί 365 μέρες το χρόνο!


Λένε οι Πατέρες ότι οι χειρότεροι λογισμοί είναι εκείνοι που μας καλλιεργούν την υποκρισία.
Όταν αγωνιζόμαστε πνευματικά, οι λογισμοί αυτοί γίνονται εντονότεροι και δρουν σε τέτοιο βαθμό που δεν τους καταλαβαίνουμε γιατί φαίνονται μπολιασμένοι με την ευσέβεια και την αρετή.

Πολλοί λοιπόν θα σκεφτούμε, ειδικά τις μέρες αυτές, το πόσο “καλοί χριστιανοί” είμαστε, εφόσον μετά την Καθαρά Δευτέρα θ’ αλλάξουμε τις διατροφικές μας συνήθειες σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας.

Θα σκεφτούμε ότι τάχα είμαστε “πιο κοντά” στο Θεό επειδή νηστεύουμε ή επειδή -κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή- πηγαίνουμε πιο συχνά στην Εκκλησία. Έπειτα, θ’ αρχίσουμε -μέσα σ’ αυτό τον καταιγισμό λογισμών- να συγκρινόμαστε με αδελφούς μας: προχωράμε στο δρόμο, φερ’ ειπείν, και βλέποντας κάποιον να μη νηστεύει, ο σατανάς λογισμός θα μας πει “μπράβο, μπράβο δεν είναι όλοι σαν κι εσένα, που είσαι τόσο ευσεβής και νηστεύεις!”.
Θα βρεθούμε, επίσης, στον εργασιακό μας χώρο ή σε κάποια συνάντηση φίλων και θα μας προσφέρουν να φάμε κάτι αρτύσιμο, μολονότι Σαρακοστή.
Τότε, θ’ ανταπαντήσουμε στο αρτύσιμο κέρασμα -υψώνοντας και λίγο τον τόνο της φωνής μας ώστε να ακουστούμε στους άλλους- λέγοντας “ευχαριστώ, ευχαριστώ αλλά νηστεύω -είναι Σαρακοστή, ξέρετε…”
Οι χειρότεροι λογισμοί είναι αυτοί που θέλουν να μας πείσουν ότι είμαστε “αγιότεροι” απ’ τους άλλους ότι είμαστε καλύτεροι, πιο χρηστοί και πιο ηθικοί συνάμα.
Την Κυριακή της Τυρινής, ωστόσο, ο Κύριος μας διδάσκει ποια είναι η αληθινή νηστεία, ποιος είναι ο αληθινός δρόμος για τη Σωτηρία.
Ουσιαστικά, στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής συνοψίζεται ολάκερη η διδασκαλία του Χριστού, η οποία δεν ισχύει μονάχα για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή αλλά για ολόκληρη της ζωή μας.
Άλλωστε, χριστιανοί είμαστε 365 μέρες το χρόνο, δε γινόμαστε “περισσότερο” χριστιανοί για 40 ημέρες κι έπειτα παύουμε να είμαστε!
Μας λέει λοιπόν ο Χριστός να συγχωρούμε τους άλλους ανθρώπους όπως ακριβώς θέλουμε να συγχωρεί τα δικά μας παραπτώματα ο Θεός.
Δε μπορούμε να παρακαλάμε τον Θεό να μας ελεεί αν εμείς -στις σχέσεις μας με τους άλλους- δεν δείχνουμε έλεος!
Αν πάλι πιστεύουμε ότι χωρίς να συγχωρούμε τους άλλους, θα συγχωρέσει εμάς ο Θεός, τότε το λιγότερο που μπορούμε να πούμε για τον εαυτό μας είναι ότι είμαστε παράλογοι…
Μας λέει ο Χριστός ότι όταν νηστεύουμε δε πρέπει να το λέμε! Όταν το διατυμπανίζουμε χάνουμε το μισθό μας!
Όταν λέμε στους άλλους ότι νηστεύουμε, τότε ελλοχεύει ο λογισμός ότι εμείς είμαστε ανώτεροι απ’ τους άλλους.
Ο Χριστός μας λέει ότι τη νηστεία μας πρέπει να την κρατάμε κρυφή σε τέτοιο σημείο ώστε να ''καλλωπίζουμε'' τον εαυτό μας για να μη φαίνεται η αδυναμία του σώματός μας στους άλλους.
Ας μη περιμένουμε τόσο για την επιβράβευση των ανθρώπων…
Έπειτα, ο Χριστός μας λέει ότι τα υλικά πράγματα έχουν ημερομηνία λήξης. Ας μην εμμένουμε σ’ αυτά.
Εργαζόμαστε για να ζήσουμε όχι για να βγάλουμε παραπάνω. Αν κανείς αγκομαχά για το παραπάνω, τότε γίνεται δούλος του πάθους του: δε μπορεί να δει τίποτε άλλο εκτός από τη ματαιότητα της διατήρησης της περιουσίας για την οποία τόσο έχει πασχίσει.
Αν ο θησαυρός μας -δηλαδή ο σκοπός της ζωής μας- περιορίζεται στην ύλη, τότε κι η καρδιά μας μες την ύλη κάπου χάνεται.
Αν ο θησαυρός μας είναι πνευματικός, αν δηλαδή σκοπός της ζωής μας είν’ ο Χριστός, τότε η καρδιά μας φλέγεται απ’ του Χριστού την Αγάπη.
Κι η Αγάπη του Χριστού είναι ατέλειωτη, σε αντίθεση με το χρήμα και την περιουσία που κάποτε θα τελειώσουν, καταδικασμένα εκ φύσεως να αφανιστούν.
Αν δε συγχωρούμε τους άλλους, αν είμαστε υποκριτές κι αν ο σκοπός της ζωής μας είναι η διατήρηση της ύλης, ευκαιρία αποτελεί η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ν’ αλλάξουμε στάση ζωής.
Αν επιμένουμε σ’ αυτά, τότε είναι αδύνατο να κάνουμε πνευματική ζωή. Οι προσευχές και οι ιερές ακολουθίες είναι αναγκαίες για τους χριστιανούς αλλά από μόνες τους δε λεν τίποτε.
Αυτό που ζητάει ο Χριστός από ‘μας είναι οι πράξεις μας να συμφωνούν μας τα λόγια μας.
Αν αυτό δε συμβαίνει, τότε η νηστεία μεταλλάσσεται σε έθιμο ή σε σύνολο κανόνων διατροφής…
Κι όμως η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι “στάδιον αγώνων πνευματικών”, ζωντανό σχολειό για ολόκληρη τη ζωή μας, ένα ακατάπαυστο μάθημα Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης.
Ιάσων Ιερομ.